Αρχικά ξεκίνησε ως χώρος για "Αταξινόμητες σκέψεις για διάφορα επίκαιρα και μη ζήτηματα" για να καταλήξει τελικά σε cine-blog του οποίου όλα τα post, πρόσφατα και μη, είναι διαρκώς ανοιχτά και δεκτικά σχολίων. Be my guest!

28/12/07

Cassandra's Dream

(Cassandra's Dream, Σκην Woody Allen, 2007)
Μετά το ανεκδιήγητο Scoop, ο Woody σοβαρεύει ξανά και ξαναβρίσκει την προβληματική του Match Point και του Crimes and Misdemeanors, δίνοντας μια ακόμη παραλλαγή σε ένα από τα σταθερά θεματά του: αυτού της βαρύτητας των ηθικών επιλογών σε έναν κόσμο άνευ υπέρτατης διευθετικής Αρχής. Δεν πρόκειται όμως περί απλής επανάληψης των δύο προηγουμένων ταινιών, αλλά μιας εμπνευσμένης σύνθεσής τους. Ο κυνικός γιατρός Martin Landau του Crimes and Misdemeanors εκπροσωπείται στην ταινία από τον διεφθαρμένο πλαστικό (!) χειρούργο Tom Wilkinson, ο οποίος προκειμένου να σώσει το τομάρι του και να διατηρήσει την ευμάρειά του χρησιμοποιεί σαν φονικό οργανό του τον φτωχό μεν αλλά φιλόδοξο και συνεπαρμένο από τα υλιστικά ιδεώδη (αμάξια, κότερα, πισίνες, γυναίκες-τρόπαια κλπ) Εwan McGregor, ο οποίος με τη σειρά του αποτελεί το alter ego του χαρακτήρα του Jonathan Rhys Meyers από το Match Point. H λανθάνουσα ή καχεκτική συνείδηση των τελευταίων ενσαρκώνεται από έναν τρίτο χαρακτήρα, αυτόν του Colin Farrell, του οποίου οι μοιραίες ενέργειες εκπορεύονται περισσότερο από απελπισία επειδή η τύχη του τον εγκατάλειψε παρά από κάποια υπέρμετρη φιλοδοξία. Είναι ο μοναδικός αυθεντικά τραγικός χαρακτήρας της ταινίας καθώς ωθείται από τις περιστάσεις και τα τερτίπια της μοίρας σε ενέργειες ασύμβατες με την πραγματική φύση του χαρακτήρα του και ως εκ τούτου η τιμωρία του θα προέλθει εκ των έσω από τις μη εξαιρετέες Ερινύες.

Ο Woody Allen στήνει με επιμέλεια τα πιόνια στη σκακιέρα και με μεθοδικότητα διαγράφει το πλάισιο όπου θα διαμορφωθούν τα καίρια ηθικά διλήμματά και οι κρίσιμες αποφάσεις τους. Nιώθει μεγαλύτερη άνεση αυτή τη φορά στην καταγραφή του κοινωνικού περίγυρου των ηρώων, αποφεύγοντας τα διάφορα τουριστικά κλισέ που δέσποζαν στο Match Point, ενώ παράλληλα οι διάλογοι ακούγονται αυθεντικότεροι από τα χείλη των εκλεκτών του ηθοποιών (οι ερμηνείες είναι σαφώς ανώτερες του Match Point). Παράλληλα η κινηματογράφησή του εμπεριέχει αρκετά υπερτονισμένο το στοιχείο της κίνησης, τονίζοντας έτσι την ακατάπαυστη τροχιά της μοίρας και της τύχης (είναι ενδεικτικοί οι δύο πλήρεις κύκλοι που διαγράφει η κάμερα στην κρίσιμη σκηνή της πρότασης κάτω από το δέντρο). Η ασυνήθιστη για τα δεδομένα του Woody δυναμικότητα στην κινηματογράφηση ενισχύεται και από την επιλογή, για πρώτη φορά, ενός πρωτότυπου soundtrack (από τον Philip Glass). Όλα αυτά συμβάλλουν στην έξοχη αποτύπωση της ψυχολογίας των ηρώων και στις συναισθηματικές τους μεταπτώσεις. Πρόκειται γενικά για μια από τις κινηματογραφικότερες δουλειές του.

Όπως οι περισσότερες καθαρά δραματικές του ταινίες, έτσι και αυτή εδώ κλείνει άκρως απαισιόδοξα. Η εναπομείνασα ηθική συνείδηση αποδεικνύεται κατάρα και οδηγεί στην καταστροφή τα δύο όργανα, αλλά όχι τον ηθικό αυτουργό Τom Wilkinson, ο οποίος, όπως ο Martin Landau, βγαίνει αλώβητος από ολη τη διαδικασία . Η κατάκτηση της ευμάρειας στη σύγχρονη κοινωνία προϋποθέτει γέρες δόσεις αμοραλισμού και σε έναν κόσμο δίχως Θεό το βάρος των ηθικών επιλογών βαραίνει αποκλειστικά το άτομο, ένα βάρος που δύσκολα συμβιβάζεται, παρατηρεί ο Woody, με τις κυρίαρχες επιδιώξεις. Αν έλειπε ο κάπως υπερβολικός ντετερμινισμός στη δραματουργία (όπως και στο Match Point αλλά όχι στο άψογο Crimes and Misdemeanors), η ταινία σίγουρα θα είχε μια θέση ανάμεσα στις δέκα σημαντικότερες αυτού του σπουδαίου καλλιτέχνη.


26/12/07

The Mist

(The Mist, Σκην Frank Darabont, 2007)
Μια μυστηριώδης ομίχλη παγιδεύει αρκετούς κατοίκους μιας μικρής κωμόπολης σε ένα Super Market και τους φέρνει αντιμέτωπους με τον υπερφυσικό εξωτερικό εχθρό, αλλά και μεταξύ τους.
Η ταινία του Darabont ξεκινάει άκρως δυναμικά με σταδιακή κλιμάκωση της δράσης και της έντασης, λακωνική αλλά περιεκτική σκιαγράφηση χαρακτήρων, κλειστοφοβική ατμόσφαιρα και σίγουρα όλα αυτά τα στοιχεία, όντας δοσμένα με σύνεση, μεθοδικότητα και δίχως των συνήθων υπερβολών, συνθέτουν μια αποτελεσματική άσκηση ύφους πάνω στον φόβο του αγνώστου. Καθαρά ειδωμένη ως ένα αφιλόδοξο b-movie καταστροφής, η ταινία είναι αναμφίβολα επιτυχημένη και κατά τη γνώμη μου σαφώς καλύτερη από το υπερεκτιμημένο Assault on Precinct 13 του Carpenter.
O Darabont δεν θέλει όμως να δώσει απλώς μια άσκηση ύφους, αλλά στοχεύει σε κάτι πιο φιλόδοξο. Θέλει να δώσει μια μικρογραφία της Αμερικάνικης κοινωνίας δείχνοντας πως ο φόβος σταδιακά παραλύει την λογική, καθιστώντας τους άνθρωπους υποχείρια αυτοχρησμένων προφήτων και κηρύκων σκοταδιστικών λογυδρίων. Στην ταινία ο Λόγος εκπροσωπείται από τον κεντρικό ήρωα, ενώ ο παραληρηματικός μεταφυσικός φανατισμός από μια ημίτρελη Θεούσα σαν αυτές που μιαίνουν τις τηλεοπτικές συχνότητες προς άγρα τηλεθέασης. Ο πρώτος πόλος προσπαθεί πραγματιστικά να αντιμετωπίσει την προκύψασα κατάσταση, αναζητώντας τρόπους φυγής και αντίδρασης, ενώ ο δεύτερος αντιπροτείνει στην ουσία την μοιρολατρική αναμονή της τελικής κρίσεως με ενίοτε απόπειρες εξαγνισμού μέσω εξόντωσης των αμετανόητων μιασματικών απίστων, που τυγχάνει φυσικά να ανήκουν στο αντίπαλο στρατόπεδο. Η κλιμακούμενη ιδεολογική αντιπαράθεση μπορεί να δίνεται με σχηματικούς όρους και δίχως κάποια επιπλέον βαθύτερη διάσταση , εντάσσεται όμως πειστικά στην δράση της ταινίας και δίνει μια νότα κοινωνικής κριτικής στην ταινία του Darabont.
Μέχρι που έρχεται η στιγμή του φινάλε. Ο Darabont αυθαίρετα και όχι ιδιαίτερα πειστικά επιλέγει να εξοντώσει αυτούς που ρισκάροντας επιχείρησαν να αντιδράσουν στην κατάσταση παίρνοντας την τύχη στα χέρια τους και να δικαιώσει αυτούς που περίμεναν καρτερικά τη χείρα Θείας Βοηθείας καθούμενοι στα αβγά τους στο Super Market. Μετά θάνατον η θρησκόληπτη δικαιώθηκε, οι άπιστοι έφαγαν τα μούτρα τους. Και όλα αυτά δίχως κάποια σεναριακή αναγκαιότητα, ούτε καν κάποια μεταμοντέρνα μηδενιστική ειρωνεία. Ιδεολογική αδεξιότητα και ασυνέπεια, λυσσαλέα ανάγκη για σεναριακή ανατροπή ή απολογία της απάθειας και της θρησκοληψίας;

20/12/07

3:10 to Yuma

(3:10 to Yuma, Σκην Delmer Davis, 1957)
Ένας στα πρόθυρα της χρεοκοπίας rancher εξωθείται να φυλάξει έναν επικίνδυνο αρχισυμμορίτη μέχρι την άφιξη του τρένου που θα τον μεταφέρει στις φυλακές της Yuma, ενώ τα πρωτοπαλήκαρα του τελευταίου καταφθάνουν για να τον απελευθερώσουν. Η σκηνοθεσία του Davis είναι νευρώδης με καίρια αίσθηση του χώρου και του χρόνου και μεθοδικά καθοδηγεί την ταινία στην αναπόφευκτη κλιμάκωση του φινάλε. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σκιαγράφηση του χαρακτήρα του κακού που όντας πιο γήινος και συνάμα ανθρώπινος (θαυμάσια η σκηνή όπου συλλαμβάνεται επειδή αφέθηκε στη γοητεία μιας barwoman) κερδίζει την συμπάθεια του θεατή από τον σοβαρό και συνηθισμένο κεντρικό ήρωα. Εξίσου επιτυχημένη είναι και η αλληλεπίδραση των δύο όπου η απολυτότητα της συμβατικής ηθικής του ήρωα κλονίζεται από το στυγνό πραγματισμό του κακού. Μοναδική παραφωνία στο ιδιαίτερα καλοκουρδισμένο σύνολο αποτελεί η επιμονή στη χρήση διαφόρων μελοδραματικών στοιχείων, αρκετά ξένα με το είδος, τα οποία προσωποποιούνται στη γυναίκα του ήρωα, της οποίας η παρουσία διαταράσσει την επιτευχθείσα αρμονία αυτού του πλήρους ανδρικού σύμπαντος. Να ελπίσουμε ότι τέτοιες μικροατέλειες θα εκλείψουν από το φετινό remake με τους εξαιρετικούς πρωταγωνιστές σε σκηνοθεσία James Mangold (...);


16/12/07

The Ox-Bow Incident

(The Ox-Bow Incident, Σκην William Wellman, 1943)
Το χρονικό ενός λιντσαρίσματος τριών αθώων από έναν διψασμένο για αίμα όχλο αποδίδεται με τολμηρή ευθύτητα και δίχως εύκολα συναισθηματικά υποστυλώματα από αυτό το έξοχο γουέστερν. Με αψεγάδιαστη δωρικότητα μέσα σε 75 λεπτά αποτυπώνεται στην εντέλεια ο μικρόκοσμος μιας μικρής πόλης με τους παρορμητικούς νταήδες, τους θρασύδειλους ψευτοπαληκαράδες που δρούνε μόνο πίσω από την ανωνυμία που τους εξασφαλίζει ο όχλος, τους αρχομανείς που αδράχνουν την παραμικρή ευκαιρία να εκφράσουν τον λανθάνοντα σαδισμό τους, αλλά και αυτούς που, έχοντας μια αίσθηση του δικαίου πέρα από τα ορμέμφυτά τους ένστικτα, προσπαθούν να σταθούν, ως η φωνή της σύνεσης και της λογικής, έναντι στη λυσσαλέα ορμή της μάζας. Ο Wellman, θαρραλέα πράττοντας για τα δεδομένα της εποχής, δεν καταφεύγει στην εύκολη συναισθηματική κάθαρση, ούτε ταυτίζει τον πρωταγωνιστή Henry Fonda μονοσήμαντα με την πλευρά του δικαίου και του καλού. Ο κεντρικός χαρακτήρας εκφράζει τον μέσο άνθρωπο που αθέλητα θα βρεθεί σε έναν ανεμοστρόβιλο γεγονότων και θα παλινδρομήσει αρκετά μέχρι να πάρει μια σαφή θέση που εκφράζει τις ενδότερες ηθικές αρχές του. Αφήγηση σπάνιας πυκνότητας και δραματουργικής οικονομίας, εικαστικές συνθέσεις και ένα τολμηρό κατηγορώ για τον καθημερινό υποθάλποντα φασισμό (η ταινία γυρίστηκε μεσούντος του Πολέμου και οι αντιστοιχίες με πρακτικές των Ναζί είναι σίγουρα εσκεμμένες) συνθέτουν ένα από τα καλύτερα γουέστερν της περίοδου και το οποίο παραμένει αδίκως σχετικά ξεχασμένο.

I Don't Want to Sleep Alone

(Hei yan quan, Σκην Ming-Liang Tsai, 2006)
Είναι αμφίβολο το πόσοι θα καταφέρουν να δουν αυτήν την ταινία του Ταϊβανέζου σκηνοθέτη Tsai, καθώς δεν κυκλοφορεί ούτε καν σε DVD. Αξίζει όμως μια μικρή αναφορά δεδομένου ότι πρόκειται για σκηνοθέτη με αξιοσημείωτο ταλέντο και με πάνω από δέκα ταινίες στην πλάτη του (με γνωστότερη ίσως το The River, 1997, που υπάρχει σε DVD).
Η γραφή του Tsai χαρακτηρίζεται κυρίως από μεγάλης διάρκειας στατικά πλάνα υπό καθορισμένες γωνίες λήψης που εξισώνουν τον κινηματογραφικό χρόνο με τον πραγματικό. Δεν πρόκειται όμως ακριβώς για νατουραλισμό, καθώς ο σκηνοθέτης αφηγηματικά προσδίδει ποιητικές και συμβολικές στα δρώμενα. Η προκειμένη ταινία επικεντρώνεται στις σχέσεις ανάμεσα σε ένα τρίο περιθωριακών χαρακτήρων στην Μαλαισία και ο σκηνοθέτης κάνει με το ιδιαίτερο ύφος του μια παραβολή απέναντι στην μοναξιά, στη ανάγκη συναισθηματικής μέθεξης, αλλά και στη σκληρότητα που ελλοχεύει στις ανθρώπινες σχέσεις. Όλα αυτά δίνονται με την προσωπική ματιά του σκηνοθέτη με ελάχιστους διαλόγους (η ταινία είναι σχεδόν βουβή), αλλά με στέρεη αίσθηση της φιλμικής αφήγησης, φέρνοντας στη μνήμη ορισμένες ταινίες του Kim-Ki Duk, όπου ο εκφραστικός μινιμαλισμός αποσκοπεί περισσότερο σε μια ποιητική ανασυγκρότηση της πραγματικότητας παρά σε μια λεπτομερή αναπαράστασή της.

14/12/07

Michael Clayton

(Michael Clayton, Σκην Tony Gilroy, 2007)
Πρώτη ταινία του σεναριογράφου Tony Gilroy και έχει σαν ήρωα έναν μεσήλικα δικηγόρο μεγάλης δικηγορικής φίρμας που έχει καταλήξει να δρα στο παρασκήνιο κάνοντας όλες τις βρώμικες δουλειές που παρέπονται μιας δίκης. Ο ήρωας θα βρεθεί σε ηθικό δίλημμα όταν ένας συνάδελφος του και επιφανής δικηγόρος παθαίνει κρίση συνείδησης κατά τη διάρκεια μιας αγωγής εναντίον μιας επονείδιστης πολυεθνικής και από το στρατόπεδο υπεράσπισης περνάει στο κατηγορίας.

Αναμφίβολα ενδιαφέρον το θέμα της ταινίας και η απόδοση των όρων του σύγχρονου επιχειρηματικού παιχνιδιού όπου ο πολλαπλασιασμός του κέρδους ανεξάρτητα των οποιοδήποτε παρενεργειών, κοινωνικών ή ανθρωπίνων, είναι μονόδρομος. Οι σκηνές γύρω από τα απρόσωπα γραφεία και οι υπόγειες διαβουλεύσεις είναι και οι καλύτερες της ταινίας. Λιγότερο επιτυχημένη είναι η σκιαγράφηση του βασικού ήρωα, ο οποίος, προκειμένου να τονιστεί το υπαρξιακό του τέλμα, υπερφορτώνεται σεναριακά με όλα τα συνηθισμένα βαρίδια: διαζύγιο, χαρτοπαιξία, χρέη, οικογενειακά προβλήματα, επαγγελματική αβεβαιότητα κλπ. Χωρίς τα παραπάνω να αποδίδονται με προχειρότητα, δεν καταφέρνουν να ενσωματωθούν στον κεντρικό κορμό της ταινίας με τρόπο που να διαπλέκονται σε βαθύτερο επίπεδο με τα διλήμματα που αντιμετωπίζει ο κεντρικός χαρακτήρας. Ως εκ τούτου, η υπαρξιακή συνιστώσα της ταινίας είναι αρκετά ισχνή και η υποτιθέμενη πορεία του ήρωα από την συνειδητοποίηση των συμβιβασμών του (αναπόφευκτων και μη) έως την ηθική του ανεξαρτησία δεν στηρίζεται επαρκώς δραματουργικά με αποτέλεσμα η ταινία να περιορίζεται στην, αρκετά εύστοχη, καταγγελτική της συνιστώσα. Καλές οι ερμηνείες, ιδιαίτερα από τους δεύτερους ρόλους από όπου ξεχωρίζουν ο ταλαντούχος ηθοποιός (και ενίοτε σκηνοθέτης) Sydney Pollack και η απολαυστική Tilda Swinton ως αδίστακτα υπερφιλόδοξη γιάπισσα.