Αρχικά ξεκίνησε ως χώρος για "Αταξινόμητες σκέψεις για διάφορα επίκαιρα και μη ζήτηματα" για να καταλήξει τελικά σε cine-blog του οποίου όλα τα post, πρόσφατα και μη, είναι διαρκώς ανοιχτά και δεκτικά σχολίων. Be my guest!

28/5/08

Sydney Pollack (1934-2008)

Σίγουρα δεν είμαι o πλέον κατάλληλος για να συντάξω επικήδειο, θα αρκεστώ στο να αναφέρω ότι δυσκολεύομαι να συνειδητοποιήσω το γεγονός της απώλειάς του, ίσως γιατί πάντα τον θεωρούσα παρόντα. Είτε ως εξαιρετικά προικισμένο καρατερίστα, είτε ως οξυδερκή παραγωγό (ταινιών σαν αυτές του συγγενικού του συνεργάτη Anthony Minghella που χάθηκε και αυτός πρόωρα ), είτε ως σκηνοθέτη που ουδέποτε υποτίμησε τη νοημοσύνη του κοινού του , κάτι που δεν είναι καθόλου δεδομένο στο Hollywood των πλαστικών χαρακτήρων και των φθηνών εφέ. Ανεξάρτητα από την τελική εντύπωση που έχει ο καθένας για τις ταινίες του (που αναπόφευκτα αφήνουν ποικίλες εντυπώσεις, όπως είναι φυσικό σε μια καριέρα σχεδόν 40 χρόνων), ο ίδιος αποτέλεσε πάντα μια δραστήρια και ευφυέστατη προσωπικότητα στο Hollywood όπου και δημιούργησε δίχως την τυφλή υποταγή στους κανόνες του συστήματος.

Θα αφήσω την επιλογή ταινιών από την φιλμογραφία του σε όσους επιθυμήσουν να ψηφίσουν έως πέντε ταινίες με σειρά προτίμησης από την καριέρα του ως σκηνοθέτη, προσδοκώντας παράλληλα στα σχόλιά σας.
(Το έξοχο The Swimmer εξαιρείται της ψηφοφορίας καθώς είναι δύσκολο να εξακριβωθεί ο βαθμός συμμετοχής του στην ταινία. Άλλοι γράφουν για 1-2 πλάνα και άλλοι για ολόκληρες σκηνές και μιας και δεν αναφέρεται στα credits κρίνω σκόπιμη την παράλειψή του)

21/5/08

Side Street

(Side Street, Σκην Anthony Mann, 1950)

Μέσα από την όχι ασυνήθιστη ιστορία ενός φτωχού νέου που στιγμιαία υποπίπτει σε ηθικό παράπτωμα προκειμένου να ανταπεξέλθει στις αυξανόμενες απαιτήσεις της έγγαμης ζωής του, ο Anthony Mann μας δίνει ένα γλαφυρότατο πορτρέτο της μεγαλόπουλης και των κατοίκων της. Συνδυάζοντας άψογα κινηματογραφικά τη θεματολογία του Film-Noir με τις πρακτικές του άρτι αφιχθέντος νεορεαλισμού, ο Μann κινηματογραφεί σχεδόν εξολοκλήρου σε φυσικούς χώρους ανάγοντας την πόλη (Νέα Υόρκη) σε πρωταγωνιστή, έναν ζωντανό οργανισμό που εσωκλείει το έννομο και το παράνομο, το ηθικό και το αήθικο, τη βία και την τρυφερότητα. Αναδεικνύεται έτσι με τον πιο απτό τρόπο ένα από τα βασικότερα συστατικά του Film Noir: η αντιμετώπιση της εγκληματικότητας ως αναπόφευκτο τμήμα της κοινωνίας και όχι ως μεμονωμένη παρέκβαση, όπως συνέβαινε κατά κύριο λόγο στα παραδοσιακά αστυνομικά φιλμ όπου η κοινωνία ήταν φύσει αγαθή και το έγκλημα ένα απόστημα. Η οξεία και διαπεραστική ματιά της ταινίας καθιστά σαφές το κοινωνικό πλαίσιο των ηρώων και τις αναγκαιότητες που μπορούν να τους οδηγήσουν στην παραβατικότητα.

Ο Anthony Mann προτού διαπρέψει στο Western είχε ασχοληθεί εκτενώς με το film-noir, αξιοποιώντας στο έπακρο όλη τη πολυσυλλεκτική εκφραστική του είδους και φανερώνοντας το μεγάλο του ταλέντο στην δραματουργική αξιοποίηση των χώρων. Η τελική σκηνή της καταδίωξης στο Manhattan, είκοσι χρόνια πριν το French Connection, αποτελεί σκηνή ανθολογίας και σε κάνει να ξεχάσεις μονομιάς το επιβεβλημένα μοραλιστικό περίγραμμα της ιστορίας.

16/5/08

Cine Riddles #2

Επιστροφή στην ξεχασμένη αυτή ενότητα με μια σκηνή από το No Country For Old Men.



Στην παρούσα σκηνή ο Tommy Lee Jones επιστρέφει στο ξενοδοχείο όπου δολοφονήθηκε κατά τη διάρκεια της ημέρας ο Moss (αριθμός δωματίου 114! -θυμηθείτε την ταινία του προηγουμένου γρίφου). Κοντοστέκεται έξω από την πόρτα, παρατηρώντας την παραβιασμένη κλειδαριά που φέρει τη σφραγίδα του όπλου του Bardem. Μετά από 2-3 δευτερόλεπτα ακολουθεί cut όπου ο Bardem διαφαίνεται πίσω από την πόρτα.



Η χρυσαφένια λάμψη της κλειδαριάς πίσω από την πόρτα δίνει την εντύπωση ότι ο Bardem βρίσκεται ακριβώς πίσω από την πόρτα, κρατώντας το αγαπημένο του εργαλείο. Ο Tommy Lee Jones εξακολουθεί να διστάζει, ενώ ακολουθούν ένα πλάνο του Bardem και ένα της κλειδαριάς, χτίζοντας σιγά-σιγά το σασπένς της επικείμενης σύγκρουσης. Ο Τommy Lee Jones τελικά οπλίζεται και ανοίγει την πόρτα.


Ο Bardem παραδόξως δεν βρίσκεται πουθενά. Το παράθυρο του μπάνιου κλειδωμένο εσωτερικά, η διατομή του αεραγωγού πολύ μικρή για να χωρέσει κάποιος (συν ότι δεδομένου ότι η σκηνή διαρκεί λιγότερο από λεπτό, ήταν αδύνατον να προλάβει να δραπετεύσει από εκεί). H σκηνή κλείνει με fade out στην επόμενη ημέρα, αφήνοντας έτσι ουδεμία αμφιβολία για το γεγονός ότι τα πλάνα και των δύο ήταν ενταγμένα στο ίδιο χρονικό διάστημα.

Η ερώτηση λοιπόν που τίθεται σε όλους είναι αυτή:

Τι απέγινε ο Bardem; Εξαϋλώθηκε;

(Όποιος δώσει την καλύτερη απάντηση κερδίζει το Special Collectors Edition DVD της ταινίας με το τετράωρης διαρκείας extended version υπό την επίβλεψη του Mortimer Young)

1/5/08

Stranger than Paradise

(Stranger than Paradise, Σκην Jim Jarmusch, 1984)
Με την πρώτη του ταινία ο Jarmusch έθεσε ήδη με ακράδαντη σαφήνεια τις βασικές του θεματικές αναζητήσεις και τις στυλιστικές του εκζητήσεις. Δύσκολο να συνοψίσει κανείς την πλοκή της ταινίας καθώς φαινομενικά δεν συμβαίνει τίποτα συνταρακτικό πέρα από μια απλή ιστορία τριών ημιαπόκληρων της αμερικάνικης κοινωνίας που επιδιώκουν, ασυνείδητα σε έναν βαθμό, μιά κάποιου τύπου απόδραση από την καθημερινότητά τους, έναν περιώνυμο Παράδεισο. Ωστόσο, η απόλυτη εκφραστική πληρότητα του σκηνοθέτη προσδίδει στην ταινία ένα δεύτερο επίπεδο (subtext) όπου διαγράφεται με γλυκόπικρο τρόπο η αδυναμία ουσιαστικής ανθρώπινης επικοινωνίας. Οι ήρωες περισσότερο συμπράττουν, παρά επικοινωνούν. Δεν ανοίγονται συναισθηματικά, απουσιάζουν από την σχέση τους οποιαδήποτε στοιχεία αυταπάρνησης και βαθύτερης αλληλεγγύης, ο επιβιωτικός ατομικισμός τους εμποδίζει να βιώσουν την σχέση τους στην ολότητα της πέρα από το επίπεδο των κοινών δραστηριοτήτων.

Ο Τζάρμους εύστοχα συλλαμβάνει την προσωπική αυτή ανεπάρκεια στην υπαρξιακή της διάσταση: ο Παράδεισος, η φυγή που ονειρεύονται οι ήρωες πάντα θα τους διαφεύγει καθότι τα μέρη και οι χώροι στερούνται υπαρξιακού φορτίου, το οποίο μόνο μια βιωματική διαπροσωπική σχέση μπορεί να προσδώσει. Κατά συνέπεια η δυσαρμονία των ηρώων με το περιβάλλον θα παραμένει αμετάβλητη όσο απουσιάζει η προσωπική αυτοσυνειδησία και η διαπροσωπική μέθεξη. Όλα τα μέρη φαντάζουν εξίσου μουντά κατά αντιστοιχία με τον εσωτερικό κόσμο των ηρώων με αποκορύφωμα τον πολλά υποσχόμενο "Παράδεισο" όπου συντελείται και η κατακλείδα της κοινής τους διαδρομής.

Ο Τζάρμους, ο γνησιότερος εκπρόσωπος του ανεξάρτητου αμερικάνικου κινηματογράφου, υιοθετεί μια σοφά ενορχηστρωμένη μινιμαλιστική κινηματογράφηση αποτελούμενη κυριώς από στατικά πλάνα μεγάλης διάρκειας (που φέρνουν στο μυαλό τον Ozu) με συχνά fade out. Η συσχέτιση εξωτερικών χώρων και εσωτερικού κόσμου είναι απόλυτα επιτυχημένη δίνοντας ταυτόχρονα ένα έμμεσο σχόλιο για την σύγχρονη αστική κοινωνία, οι ερμηνείες απόλυτα εναρμονισμένες με τους στόχους του σκηνοθέτη, ενώ συνάμα η ματιά του σκηνοθέτη διατηρεί ένα υποδόριο χιούμορ που παραπέμπει στο παράλογο της ύπαρξης. Αναμφίβολα μια από τις πιο ολοκληρωμένες ταινίες του σημαντικότατου αυτού δημιουργού.