Αρχικά ξεκίνησε ως χώρος για "Αταξινόμητες σκέψεις για διάφορα επίκαιρα και μη ζήτηματα" για να καταλήξει τελικά σε cine-blog του οποίου όλα τα post, πρόσφατα και μη, είναι διαρκώς ανοιχτά και δεκτικά σχολίων. Be my guest!

24/12/08

The Curious Case of Benjamin Button

(The Curious Case of Benjamin Button, Σκην David Fincher, 2008)

H ιστορία ενός ανθρώπου που το σώμα του εξελίσσεται αντίστροφα, ήτοι γεννιέται γερασμένο και σταδιακά γίνεται νεώτερο και ακμαιότερο.

Η ταινία καλύπτει μια μεγάλη περίοδο της αμερικανικής ιστορίας από το 1918 έως τη δεκαετία του ογδόντα κατά αντιστοιχία με άλλες παρόμοιας υφής και νοοτροπίας παραγωγές του  à la Hollywood "ποιοτικού" σινεμά. Διακρίνουμε την ίδια επιδερμική έως α-ιστορική καταγραφή της κοινωνικής πραγματικότητας, όπου το άτομο παραμένει ατάραχο και αμετάλλακτο από το ευρύτερο ιστορικό γίγνεσθαι, με το Forrest Gump. Για παράδειγμα, ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος αποτελεί αφορμή για μια αστεία ερωτική ιστορία, ενώ ουδένα τραύμα φέρεται να επιφέρουν στον ψυχισμό του ήρωα οι απώλειες των συντρόφων του, με την σκηνή του θανάτου τους να υπάρχει ωσάν να επιδείξει τις δυνατότητες των ψηφιακών εφέ (καλογυαλισμένα και αποστειρωμένα). O ήρωας, κατά αναλογία με τον περιηγητή προκάτοχό του, διασχίζει αναίμακτα και άνευ εσωτερικών συγκρούσεων και αμφιβολιών την Ιστορία, αφηγείται γεγονότα τα οποία δραματοποιούνται δίχως να βιώνονται, με μια αθροιστική λογική που αντιμετωπίζει το δράμα ως μια παρατακτική συσσώρευση γεγονότων και προκατασκευασμένων καταστάσεων. Απουσιάζει οποιαδήποτε οργανική σύνδεση (η επικυριαρχία της αφήγησης off που φτάνει μέχρι το σημείο να αφηγείται μια σκηνή λίγο προτού αυτή εξελιχθεί στην οθόνη είναι ενδεικτική) των καταστάσεων, μια αίσθηση δράματος ως υπέρβαση της τεχνηέντως καλλιεπούς εικονογραφίας, μια απόσταξη κάποιου νοήματος περά κάποιων τηλεγραφικών προλυκειακού εύρους ρητών του τύπου "η ζωή είναι συνάθροιση σημαδιακών στιγμών". Ακόμα και η (αναιμικότατη και υπερξεχειλωμένη) ερωτική ιστορία που υποτίθεται ότι στηρίζει την αφήγηση αποτελεί απόρροια σεναρικού υπολογισμού, μοίαζοντας περισσότερο με μια ακαδημαϊκού τύπου άσκηση σεναριακής δόμησης παρά με μια αναγκαιότητα υπαρξιακής χροιάς.

Eνδεχομένως μια ισχυρή σκηνοθετική αντίληψη θα μπορούσε να μετασχηματίσει τη ρόδινη κοινοτοπία του σεναριακού ιστού σε κάτι μεγαλύτερο από το άθροισμα των επιμέρους μερών του. Δυστυχώς, ο πάλαι ποτέ ιδιοσυγκρασιακός σκηνοθέτης David Fincher αναδεικνύεται σε πρωταθλητή του επαγγελματικού ακαδημαϊσμού με την κυριολεκτική έννοια του όρου, καθότι η ταινία αναμένεται να στολιστεί με κάμποσες υποψηφιότητες για Όσκαρ. Είναι το είδος του κινηματογράφου που κατά κόρον προκρίνει η αμερικάνικη ακαδημία του κινηματογράφου: επίπεδη αφηγηματικότητα που εξοβελίζει οποιαδήποτε προσωπικά στοιχεία που θα μπορούσαν να ταρακουνήσουν μια μεσοβέζικη και συντεχνιακή αντίληψη περί δημιουργίας, προσεκτική λείανση των όποιων εν δυνάμει δραματικών παρεκτροπών, μια υπερθεμάτιση της κατασκευαστικής αρτιότητας και των τρεχουσών δυνατοτήτων των μάγων τεχνικών και σοβαρών επαγγελματιών του χώρου έναντι της καλλιτεχνικής τόλμης και της πρωτοπορίας και όλα αυτά  έχοντας ως απαραίτητο φόντο μια θεαματική επίρρωση των βασικών ιδεολογικών πυλώνων της αμερικάνικης κοινωνίας (στην προκειμένη περίπτωση η βουλησιαρχία) αντί της κοινωνικής ανορθοδοξίας. O Fincher αίφνης βρέθηκε στα χνάρια των διάσημων συναδέλφων του Robert Zemeckis και Ron Howard. Είθε μελλοντικά να διαβεί άλλους ατραπούς.


15/12/08

Man Hunt


(Man Hunt, Σκην Fritz Lang, 1941)
Μια αρχετυπική ταινία καταδίωξης, δοσμένη με αμείωτη ένταση και σκηνοθετική ευρηματικότητα από τον Fritz Lang. Λίγο πριν την αρχή του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, οι Ναζί συλλαμβάνουν έναν άγγλο ευπατρίδη που αποπειράθηκε να δολοφονήσει τον Χίτλερ. Αυτός καταφέρνει όμως να δραπετεύσει και ένα αδυσώπητο ανθρωποκυνηγητό εξαπολύεται με στόχο την σύλληψή του. Ο Lang χειρίζεται στην εντέλεια την περιπετειώδη πλευρά της ταινίας, υποβάλλοντας στον θεατή την έννοια του συνεχούς κινδύνου που διατρέχει ο ήρωας, κάτι που το καταφέρνει αφότου έχει αποτυπώσει ανάγλυφα τις αμείλικτες μεθόδους των εχθρών του. Αν και η ταινία είναι γυρισμένη σε στούντιο, οι φυσικοί χώροι δείχνουν αυθεντικότατοι και αποτελούν το υπόβαθρο για ορισμένες έξοχα ενορχηστρωμένες σκηνές όπως η καταδίωξη στον υπόγειο του Λονδίνου, αλλά και η τελική αναμέτρηση στην σπηλιά. Εκεί ουσιαστικά ο Lang αναπτύσσει αυτό που ουσιαστικά τον ενδιαφέρει περισσότερο από όλη την ταινία που δεν είναι άλλο από την αναγκαιότητα αφύπνισης των λανθάνοντων αντιαυταρχικών αντανακλαστικών του ατόμου ως ανάχωμα απέναντι στην επερχόμενη ολοκληρωτική θηριωδία. Ο ήρωας θα οδηγηθεί στη βαθύτερη σημασία των ενεργειών του και στη συναίσθηση της ατομικής του ευθύνης μόνο αφότου έχει γνωρίσει από πρώτο χέρι το πραγματικό πρόσωπο της εξαπλώμενης βαρβαρότητας. Το προπαγανδίστικο happy end (ο Lang δεν είχε σχεδόν ποτέ final cut στις ταινίες του επί αμερικανικού εδάφους) ελάχιστα αναιρεί τη δύναμη των όσων προηγήθηκαν σε μια ακόμη συναρπαστική κινηματογραφική δημιουργία αυτού του ακρογωνιαίου λίθου του σινεμά.


8/12/08

High And Low

(Tengoku to jigoku, Σκην Akira Kurosawa, 1963)
H τελευταία ταινία του Αkira Kurosawa έχοντας ως επίκεντρο την ιαπωνική μεταπολεμική κοινωνία ξεκινάει ως  θρίλερ με θέμα την εκ παραδρομής απαγωγή  του παιδιού ενός εκ των υπηρετών ενός εύπορου διευθύνοντος στελέχους . Ο απαγωγέας παρότι αντιλαμβάνεται ότι απήγαγε το λάθος παιδί εξακολουθεί να επιμένει στο αίτημα του για λύτρα από τον ίδιο τον επιχειρηματία, ο οποίος όμως εξαιτίας ενός πρόσφατου οικονομικού ανοίγματος, θα βρεθεί στα πρόθυρα της πτώχευσης σε περίπτωση που ενδώσει στο αίτημα του απαγωγέα.

Η ταινία ξεκινάει ως αστυνομικό θρίλερ με ένα κλειστοφοβικό πρώτο μέρος όπου η δράση διαδραματίζεται αποκλειστικά στην έπαυλη του ήρωα, από την περίοπτη θέση της οποίας έχει την εποψία ολόκληρης της πόλης, όπως ένας πρίγκηπας στον πύργο του 2-3 αιώνες πρωτύτερα. Οι τότε δολοπλοκίες για τη διαδοχή του θρόνου και την νομή της εξουσίας έχουν μετεξελιχθεί σε διαμάχες για την μεγιστοποίηση του διοικητικού ελέγχου σε επιχειρήσεις που από μικρές βιοτεχνίες έχουν μετατραπεί σε κολοσσούς μαζικής παραγωγής. Τα ηθικά διλήμματα που προβάλλονται στον ήρωα τον ωθούν σταδιακά να συνειδητοποιήσει και την δική του συνεισφορά στην καλπάζουσα ιδεολογία της ατομικιστικής ευμάρειας.

Η έννοια της κοινωνικής συνυπευθυνότητας, άμεσης και έμμεσης, θα διερευνηθεί στο δεύτερο μέρος της ταινίας, όπου ο Kurosawa σε μια ασυνήθιστη όσο και άκρως τολμηρή αφηγηματικά ενέργεια, εγκαταλείπει τον ήρωα στην έπαυλή του για να εστιάσει στην κοινωνία από όπου προέρχεται ο απαγωγέας. Θέτοντας πλέον σε πρώτο πλάνο την αστυνομική έρευνα για τον εντοπισμό του δράστη και δίνοντας έμφαση ακόμη και στην πιο ασήμαντη λεπτομέρεια (όπως έκανε και ο Fincher στο Zodiac, 44 χρόνια μετά), ο σκηνοθέτης τονίζει την σημασία της συντονισμένης συλλογικής προσπάθειας εκ μέρους των διωκτικών αρχών και ορισμένων εμπλεκομένων πολιτών για την εξιχνίαση του εγκλήματος. Σε αντίθεση με την αντίληψη περί vigilante ήρωα που παίρνει μονάχος τον νόμο στα χέρια του και που εν τέλει θριαμβεύει έναντι του κακού (όπως παρεπιπτόντως συνέβαινε στο αμερικάνικο μυθιστόρημα που διασκευάζει εδώ ελεύθερα ο Kurosawa κρατώντας κυρίως την ιδέα της απαγωγής του λάθους παιδιού), ο ήρωας της ταινίας είναι ανήμπορος να αντιδράσει, έχοντας αποκοπεί από το κοινωνικό σύνολο εδώ και χρόνια επικεντρωμένος αποκλειστικά στην ατομικό του κέρδος. Όμως , όπως υπαινίσσεται το μεγαλειώδες φινάλε όπου για πρώτη και μοναδική φορά ο ήρωας θα έρθει αντιμέτωπος με τον άνθρωπο που οικονομικά τον κατέστρεψε, κάνοντας τον όμως να ξαναβρεί το χαμένο, ανθρώπινο, πρόσωπό του, ουδείς  είναι άμοιρος ευθυνών για τα κοινωνικά αίτια που οδηγούν ορισμένους στην παραβατική απελπισία. Ο υπέρογκος πλούτος του ενός με την ανέχεια του άλλου αποτελούν αδιαχώριστο δίπολο.

Η εξαιρετική χρήση του σινεμασκόπ κάδρου στο πρώτο μέρος όπου οι θέσεις των ηθοποιών στο πυκνό κάδρο αποτελούν δραματουργικό στοιχείο, αλλά και η δεκάλεπτη σκηνή του τραίνου που αποτελεί περιεκτικότατο μάθημα ντεκουπάζ εμπεριέχοντας μια μικρογραφία action movie, αποτελούν ορισμένα από τα εμφανέστερα δείγματα της τεράστιας δεξιοτεχνίας του Kurosawa που εδώ υπογράφει ένα από τα μέγιστα έργα του. Μια φιλμοκατασκευαστική δεξιοτεχνία που δεν αποτελεί αυτοσκοπό, όπως είναι της μόδας σήμερα με την υπερπληθώρα γκουρού της κάμερας, αλλά  που υπηρετεί έναν σοβαρότατο προβληματισμό πάνω στην ανθρώπινη κατάσταση στην καπιταλιστική κοινωνία.