Αρχικά ξεκίνησε ως χώρος για "Αταξινόμητες σκέψεις για διάφορα επίκαιρα και μη ζήτηματα" για να καταλήξει τελικά σε cine-blog του οποίου όλα τα post, πρόσφατα και μη, είναι διαρκώς ανοιχτά και δεκτικά σχολίων. Be my guest!


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Western. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Western. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

20/12/07

3:10 to Yuma

(3:10 to Yuma, Σκην Delmer Davis, 1957)
Ένας στα πρόθυρα της χρεοκοπίας rancher εξωθείται να φυλάξει έναν επικίνδυνο αρχισυμμορίτη μέχρι την άφιξη του τρένου που θα τον μεταφέρει στις φυλακές της Yuma, ενώ τα πρωτοπαλήκαρα του τελευταίου καταφθάνουν για να τον απελευθερώσουν. Η σκηνοθεσία του Davis είναι νευρώδης με καίρια αίσθηση του χώρου και του χρόνου και μεθοδικά καθοδηγεί την ταινία στην αναπόφευκτη κλιμάκωση του φινάλε. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σκιαγράφηση του χαρακτήρα του κακού που όντας πιο γήινος και συνάμα ανθρώπινος (θαυμάσια η σκηνή όπου συλλαμβάνεται επειδή αφέθηκε στη γοητεία μιας barwoman) κερδίζει την συμπάθεια του θεατή από τον σοβαρό και συνηθισμένο κεντρικό ήρωα. Εξίσου επιτυχημένη είναι και η αλληλεπίδραση των δύο όπου η απολυτότητα της συμβατικής ηθικής του ήρωα κλονίζεται από το στυγνό πραγματισμό του κακού. Μοναδική παραφωνία στο ιδιαίτερα καλοκουρδισμένο σύνολο αποτελεί η επιμονή στη χρήση διαφόρων μελοδραματικών στοιχείων, αρκετά ξένα με το είδος, τα οποία προσωποποιούνται στη γυναίκα του ήρωα, της οποίας η παρουσία διαταράσσει την επιτευχθείσα αρμονία αυτού του πλήρους ανδρικού σύμπαντος. Να ελπίσουμε ότι τέτοιες μικροατέλειες θα εκλείψουν από το φετινό remake με τους εξαιρετικούς πρωταγωνιστές σε σκηνοθεσία James Mangold (...);


16/12/07

The Ox-Bow Incident

(The Ox-Bow Incident, Σκην William Wellman, 1943)
Το χρονικό ενός λιντσαρίσματος τριών αθώων από έναν διψασμένο για αίμα όχλο αποδίδεται με τολμηρή ευθύτητα και δίχως εύκολα συναισθηματικά υποστυλώματα από αυτό το έξοχο γουέστερν. Με αψεγάδιαστη δωρικότητα μέσα σε 75 λεπτά αποτυπώνεται στην εντέλεια ο μικρόκοσμος μιας μικρής πόλης με τους παρορμητικούς νταήδες, τους θρασύδειλους ψευτοπαληκαράδες που δρούνε μόνο πίσω από την ανωνυμία που τους εξασφαλίζει ο όχλος, τους αρχομανείς που αδράχνουν την παραμικρή ευκαιρία να εκφράσουν τον λανθάνοντα σαδισμό τους, αλλά και αυτούς που, έχοντας μια αίσθηση του δικαίου πέρα από τα ορμέμφυτά τους ένστικτα, προσπαθούν να σταθούν, ως η φωνή της σύνεσης και της λογικής, έναντι στη λυσσαλέα ορμή της μάζας. Ο Wellman, θαρραλέα πράττοντας για τα δεδομένα της εποχής, δεν καταφεύγει στην εύκολη συναισθηματική κάθαρση, ούτε ταυτίζει τον πρωταγωνιστή Henry Fonda μονοσήμαντα με την πλευρά του δικαίου και του καλού. Ο κεντρικός χαρακτήρας εκφράζει τον μέσο άνθρωπο που αθέλητα θα βρεθεί σε έναν ανεμοστρόβιλο γεγονότων και θα παλινδρομήσει αρκετά μέχρι να πάρει μια σαφή θέση που εκφράζει τις ενδότερες ηθικές αρχές του. Αφήγηση σπάνιας πυκνότητας και δραματουργικής οικονομίας, εικαστικές συνθέσεις και ένα τολμηρό κατηγορώ για τον καθημερινό υποθάλποντα φασισμό (η ταινία γυρίστηκε μεσούντος του Πολέμου και οι αντιστοιχίες με πρακτικές των Ναζί είναι σίγουρα εσκεμμένες) συνθέτουν ένα από τα καλύτερα γουέστερν της περίοδου και το οποίο παραμένει αδίκως σχετικά ξεχασμένο.

4/9/07

My Darling Clementine

Πρόκειται για ένα από τα χαρακτηριστικότερα γουέστερν της πρώτης περιόδου του Tζων Φορντ. Ο σπουδαίος αυτός ποιητής της Άγριας Δύσης διακατεχόταν ακόμη από ανεπιφύλακτο οπτιμισμό για την κατάκτηση της δύσης και τη σταδιακή μετατροπή της ερήμου σε κήπο, την τελική κατίσχυση του πολιτισμού έναντι της βαρβαρότητας και της αναρχίας. Η "πρόοδος" που επιφέρει ο εποικισμός της δύσης αντιμετωπίζεται εδώ εξ' ολοκλήρου με θετικά πρόσημα και δίχως έμφαση στις παράπλευρες συνέπειές της, με τις οποίες θα καταπιαστεί στα επόμενα και πληρέστερα έργα του. Στην ταινία φορείς του αναγκαίου εκπολιτισμού της δύσης είναι τόσο ο ακέραιος προασπιστής της νομιμότητας και των θεσμών σερίφης Wyatt Earp, ένας από τους θρύλους της αμερικάνικης (μυθ)ιστορίας, όσο και η εκλεπτυσμένη δασκάλα Clementine της οποίας η μελλοντική συμβολή στην εδραίωση των θεσμών διαμέσου της Παιδείας είναι ενδεχομένως σημαντικότερη και ανθεκτικότερη από αυτή του Earp. Εξ' ου και στην ταινία η Clementine αποτελεί περισσότερο ένα σύμβολο, ένα ιδανικό του οποίου η διάδοση είναι υψίστης σημασίας για την τιθάσευση της άγριας ανθρώπινης φύσης, και λιγότερο ένας χαρακτήρας όπως ο Wyatt Earp και ο μοναδικός Doc Holliday, ο μόνος που έχει διασχίσει και τους δύο αντικρουόμενους κόσμους.
Ο Φορντ αφηγείται την ιστορία του λιγότερη έμφαση στην πλοκή και περισσότερη στην επισήμανση μικρολεπτομερειών και στη λεπτή, αλλά διεξοδική, χαρακτηρολογία. Πρόκειται περισσότερο για μια μικρογραφία μιας πλευράς της Άγριας Δύσης παρά για μια ιστορία εκδίκησης με φόντο αυτή. Στην ταινία αφθονούν σκηνές με στιγμιότυπα της καθημερινότητας, ασήμαντα καθ' αυτά μεμονωμένα που, όμως, συλλογικά αποκτούν σημασία στην ανασύσταση του μικρόκοσμου που επιχειρεί και επιτυγχάνει ο Φορντ. Ο Φορντ είναι ίσως ο πιο εικαστικός των κλασσικών σκηνοθετών Γουέστερν και, παρά το γεγονός ότι η ταινία εμπεριέχει εμβόλιμες σκηνές γυρισμένες από άλλα χέρια κατά παραγγελία του διαβόητου Darryl Zanuck, καταφέρνει να δώσει ένα από τα αντιπροσωπευτικότερα γουέστερν της χρυσής εποχής του Χολυγουντ, το οποίο χωρίς να διαθέτει την πολυπλοκότητα των αντιστοίχων του Howard Hawks, εμπεριέχει μερικές από τις ομορφότερες στιγμές του είδους.

28/7/07

The Proposition

To αυστραλιανό γουέστερν του John Hillcoat "The Proposition" είναι η σημαντικότερη αναλαμπή του είδους από την εποχή του Unforgiven. Η δράση της ταινίας διαδραματίζεται στην άγονη ως επί το πλείστον ενδοχώρα της Αυστραλίας περί τα τέλη του 19ου αιώνα (η γένεση του αυστραλιανού έθνους;). Το έξοχο σενάριο του Nick Cave (!) επαναδιατυπώνει με σύγχρονους όρους ένα από τα σταθερά μοτίβα του είδους, αυτό του μετανιωμένου παρανόμου (Guy Pearce) που υποχρεώνεται σε μια τελευταία βίαιη πράξη προκειμένου να εξασφαλίσει άφεση αμαρτιών γι' αυτόν και τον μικρότερο αδελφό του. Η πρόταση που του γίνεται από τον πραγματιστή σερίφη που τον συλλαμβάνει είναι η εξεύρεση και η εξόντωση του μεγαλυτέρου αδελφού της οικογένειας ως αντάλλαγμα για την ελευθερία αυτού και του προφανώς αθώου νεοτάτου αδελφού του, τον οποίο ο σερίφης πρόκειται να εκτελέσει διά την συνήθη μέθοδο του απαγχονισμού σε περίπτωση μη τήρησης της συμφωνίας. Σε έναν κόσμο όπου η βία είτε στην αυθαίρετη, εγκληματική της μορφή, είτε στην θεσμικά καθαγιασμένη μορφή κυριαρχεί , τι περιθώρια υπάρχουν για ηθικές αξίες και συμφωνίες κυριών;
Η ταινία μέσω της σύνθετης πλοκής της και με εξαίρετη σκιαγράφηση χαρακτήρων αποτυπώνει στην εντέλεια τον κόσμο της νομιμότητας και αυτόν της παρανομίας. Οι δύο αυτοί κόσμοι μπορεί να είναι χωρικά διαχωρισμένοι με την ομάδα των παρανόμων να έχει υποχωρήσει προς την αυστραλιανή έρημο που είναι στην κυριολεξία no-man's land, στο ηθικό πεδίο, ωστόσο, τα πράγματα δεν είναι τόσο διακριτά. Ο κόσμος των αποίκων χαρακτηρίζεται από παρόμοια δίψα για βία και αυτοδικία με αυτή των παρανόμων και την οποία οι βικτωριανοί προεστοί είναι υπερπρόθυμοι να ικανοποιήσουν. Οι δύο κύριοι εκπρόσωποι του κάθε κόσμου σχηματίζουν ένα ενδιαφέρον δίπολο. Ο πεζός, πραγματιστής και ιδεαλιστής σερίφης (Ray Winstone) που θέλει να εκπολιτίσει τον τόπο εξαλείφοντας την παρανομία αλλά είναι ανίκανος να εμποδίσει την ad-hoc απονομή "δικαιοσύνης" από τους ευυπόληπτους συμπολίτες του και ο αρχιπαράνομος αδελφός (Danny Huston), μια χαρισματική προσωπικότητα που αποτελεί πόλο έλξης διαφόρων αποκλήρων και που έχοντας αποκηρύξει την ανθρωπότητα αρκείται στην ικανοποίηση των αρχέγονων βιαίων ενστίκτων του. Ο επαμφοτερίζων μεσαίος αδελφός, που είναι τρόπον τινά ο ήρωας της ταινίας, αποτελεί μια φύσει και θέσει μοναχική φιγούρα που διαρρηγνύοντας το προστατευτικό δίχτυ του αδελφού του και της παρέας του έχει ελαχιστοποιήσει τις πιθανότητες επιβίωσής του δεδομένων των μηδενικών πιθανοτήτων κοινωνικής ένταξης (σε αντίθεση με τα γουέστερν του Anthony Mann όπου ο ανανήψαντας πρώην παράνομος πάντα βρίσκει μια ανεχτική κοινότητα που θα τον αποδεχτεί, εδώ η κοινότητα απεικονίζεται ως κλειστή και ξενοφοβική).
Η σκηνοθεσία του Hillcoat βρίσκεται συνεχώς στο ύψος των περιστάσεων. Η δράση εκτυλίσσεται παράλληλα και στους δύο κόσμους μέχρι την τελική σύγκρουση, δίνοντας έμφαση στον ρεαλισμό των καταστάσεων και στην καίρια σκιαγράφηση κάθε χαρακτήρα, κύριου και μη. Οι ρυθμοί είναι γρήγοροι και πυκνοί, απουσιάζουν τα οπερατικά ανοίγματα του Λεόνε, αλλά υπάρχει μια αίσθηση του τοπίου που φέρνει στην μνήμη τον Τζων Φορντ. Ο Φορντ αποτύπωνε την σταδιακή μετατροπή της ερήμου σε έναν κήπο παίρνοντας τελικά θέση υπέρ του δευτέρου, στην ταινία αυτή, ωστόσο, ένα τέτοιο πέρασμα αντιμετωπίζεται με μεγαλύτερο σκεπτικισμό. Μια πολύ ευχάριστη κινηματογραφική έκπληξη που ίσως αποτελεί μια από τις σημαντικότερες ταινίες της δεκαετίας (τουλάχιστον για τους οπαδούς του είδους σαν τον υποφαινόμενο).

4/6/07

Ride the High Country

Πρόκειται στην ουσία για την πρώτη ταινία του θρυλικού Σαμ Πέκινπα, ένα απέριττα όμορφο, ουσιώδες και ενίοτε αντισυμβατικό Γουέστερν που φέρνει ατόφια ψήγματα της μόνιμης προβληματικής του μεγάλου αυτού εκφραστή του λυκόφωτος της Άγριας Δύσης. Το θέμα του δωρικά αρχετυπικό: Ένας γερασμένος και ξακουστός πρώην σερίφης δέχεται για καθαρά βιοποριστικούς λόγους να διασχίσει μια επικίνδυνη περιοχή μεταφέροντας χρυσό προς μια τράπεζα με τη βοήθεια ενός φίλου και πρώην συνοδοιπόρου του και ενός νεόκοπου τρίτου, αγνοώντας ότι οι δύο τελευταίοι έχουν βλέψεις ασύμβατες με τις αρχές της εντιμότητας και επαγγελματικής ευσυνειδησίας που αυτός πρεσβεύει. Η διαδρομή θα τους φέρει αντιμέτωπους με πειρασμούς, πρόσωπα και καταστάσεις που θα είναι καταλυτικές για όλους τους. Ο ήρωας είναι μια φιγούρα που η Ιστορία έχει ήδη αρχίσει να εκτοπίζει, η αδαμάντινη ηθική ακεραιότητα του μάλλον ηχεί ώς παραφωνία σε έναν κόσμο όπου οι γκρίζες ηθικές ζώνες έχουν αρχίσει να κυριαρχούν, ωστόσο ο ίδιος αν και έχει πλήρη επίγνωση των μεταβολών εμμένει ακλόνητα στην υπεράσπιση των αξιών του και του τρόπου ζωής του. Ο Πέκινπα αξιοποιώντας στο έπακρο το τοπίο και ακολουθώντας τις συμβάσεις του είδους, χωρίς ενίοτε να αμελεί να προσθέτει τις δικιές του πινελιές μοντερνισμού, δίνει ένα από τα καλύτερα και πιο ολοκληρωμένα έργα του, μια λεπτή ελεγεία πάνω σε μια εποχή που έχει σχεδόν ολοκληρώσει τον ιστορικό της κύκλο. Έξοχη η παρουσία των δύο μεγάλων βετεράνων του Γουέστερν Joel McCrea και Randolph Scott.

26/5/07

The Treasure of Sierra Madre

H ταινία αυτή του John Huston αποτελεί μια από τις πληρέστερες και δυνατότερες κινηματογραφικές καταγραφές της διαβρωτικής επίδρασης του πλούτου στην ανθρώπινη ψυχοσύνθεση. Οι τρεις κεντρικοί χαρακτήρες, πλάνητες στο ημιπαρθένο Μεξικό, αναζητούν μια διέξοδο από τις βιοποριστικές αναγκαιότητες της υπάρξής τους και μετατρέπονται σε χρυσοθήρες στα ακόμη ανεκμετάλλευτα και άγονα βουνά του Μεξικού. Η δυνατότητα για πλουτισμό που τους ανοίγεται μετά την ανεύρεση της χρυσής φλέβας θα τους θέσει σε μια οριακή κατάσταση όπου η βαθύτερη φύση του καθενός θα προβάλει στην επιφάνεια. Με νομοτελειακή ακρίβεια η απληστία που κυριεύει τον Humphrey Bogart μεγεθύνεται όσο τα εν δυνάμει κέρδη πολλαπλασιάζονται, καθώς δεν υπάρχει ανώτατο όριο στην ικανοποίηση των αμιγώς ηδονιστικών και καταναλωτικών ονείρων του. Η φιλαργυρία καλλιεργεί την καχυποψία και δηλητηριάζει τις σχέσεις του με τους συντρόφους του που έχουν μια αρκετά πιο μετρημένη και προσγειωμένη σχέση με το χρήμα, αντιμετωπίζοντάς το περισσότερο ως μέσο παρά ως αυτοσκοπό. Ως εκ τούτου τόσο ο θυμόσοφος γέροντας Walter Huston, όσο και ο ρομαντικός νέος Tim Holt θα βγουν τελικά κερδισμένοι από τη διαδικασία παρά τις αντίθετες ενδείξεις, μια νίκη που συντελείται σε συνειδησιακό και όχι σε υλικό επίπεδο και που αποτυπώνεται άψογα στο δικαίως διάσημο φινάλε της ταινίας.
Άψογα δομημένη μυθιστορηματική αφήγηση με λεπτή χαρακτηρολογική εμβάθυνση και αξέχαστες ερμηνείες συνθέτουν μια από τις αντιπροσωπευτικότερες και καλύτερες ταινίες του ακαταπόνητου θαλασσόλυκου της οθόνης John Huston.

Profile