Αρχικά ξεκίνησε ως χώρος για "Αταξινόμητες σκέψεις για διάφορα επίκαιρα και μη ζήτηματα" για να καταλήξει τελικά σε cine-blog του οποίου όλα τα post, πρόσφατα και μη, είναι διαρκώς ανοιχτά και δεκτικά σχολίων. Be my guest!


15/9/08

Advise and Consent

(Advise and Consent, Σκην Otto Preminger, 1962)
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ προτείνει ως υπουργό εξωτερικών έναν αμφιλεγόμενο φιλελεύθερο και η, συνήθως τυπική, επικύρωση του διορισμού του από την Γερουσία καθίσταται προβληματική, καθώς δεν είναι λίγοι που θεωρούν τις θέσεις του επικίνδυνες για την αμερικανική ηγεμονία μεσούντος του ψυχρού πολέμου. Διαβουλεύσεις και αποκαλύψεις έπονται με απρόβλεπτα αποτελέσματα και συνέπειες.
Ο Preminger επαναφέρει την ίδια ακρίβεια, οξυδέρκεια και απροκατάληπτη ορθολογικότητα που εφάρμοσε στους χώρους του δικαστηρίου της πιο διάσημης του ταινίας "Anatomy of a Murder" στους διαδρόμους και τα παρασκήνια του Capitol Hill. Με θαυμαστή καθαρότητα, όσο και λακωνικότητα, σκιαγραφούνται οι βασικοί χαρακτήρες του δράματος και οι τάσεις που εκπροσωπούν. Οι διακομματικές γραμμές δεν είναι ξεκάθαρες, τα ζητήματα δεν εμπίπτουν στην προκρούστρεια λογική του ασπρόμαυρου και θέματα συνείδησης, ιδεολογικής συνέπειας, πολιτικών πεποιθήσεων, όσο και προσωπικών φιλοδοξιών εγείρονται με αφορμή μια κατά τα φαινόμενα τυπική πολιτική πράξη.
Χαρακτηριστικό της αντικειμενικότητας της ματιάς του Preminger, μολονότι είναι γνωστές οι πολιτικές του θέσεις και οι τολμηρές του συγκρούσεις με τη λογοκρισία (στην προκειμένη περίπτωση θίγεται για πρώτη φορά απερίφραστα ένα ακόμη θέμα ταμπού για το αμερικάνικο σινεμά, αυτό της ομοφυλοφιλίας), είναι η απουσία οποιασδήποτε διακωμώδησης ή ευτελισμού ακόμη και της πιο αντιδραστικής θέσης. Για παράδειγμα, ο κατά τα φαινόμενα "κακός" της ταινίας, ο υπέργηρος γερουσιαστής Seabright (ρεσιτάλ ερμηνείας από τον Charles Laughton) που αντιδρά στον διορισμό και ουσιαστικά πυροδοτεί τις εξελίξεις αναδεικνύεται ίσως στον πιο ευφυέστερο χαρακτήρα της ταινίας με την αντίθεση του να μην πηγάζει αποκλειστικά από γεροντικό πείσμα ή από προσωπική εμπάθεια, αλλά από μια αντίδραση στον νέο χαρακτηρολογικό τύπο του δευτέρου μισού του εικοστού αιώνα: τον αμφίσημο, απροσδιόριστο άνθρωπο του οποίου οι πεποιθήσεις υπολείπονται των φιλοδοξιών του. Παράλληλα καθίσταται σαφές ότι οι μηχανορραφίες και τα πισώπλατα μαχαιρώματα είναι αναπόσπαστα όπλα της πολιτικής και ουδεμία πλευρά  μονοπωλεί τη χρήση τους.
Ο Preminger σκηνοθετεί με εξαιρετική αξιοποίηση των εκφραστικών δυνατοτήτων του σινεμασκόπ κάδρου (από τους πρώτους σκηνοθέτες που βρήκαν την τέχνη πίσω από την τεχνική) και προσδίδει μια ανάγλυφη ρεαλιστικότητα στην ταινία τοποθετώντας, όπου ήταν δυνατό, τη δράση σε φυσικούς χώρους και αναπαριστώντας μέχρι τελευταίας λεπτομέρειας τους πραγματικούς. Έξοχη είναι και η αξιοποίηση του βάθους πεδίου για δραματικούς λόγους όπως φαίνεται στην παρακάτω φωτογραφία όπου ο γερουσιαστής ομιλεί στο τηλέφωνο με έναν από τους  αγνώστους εκβιαστές του, ο οποίος καθόταν μέχρι πρότινος στο πίσω τραπέζι με τους συνεργάτες του. Όλοι οι ερμηνευτές είναι εξαιρετικοί, συντελώντας σε μια από τις σημαντικότερες πολιτικές ταινίες του αμερικανικου κινηματογράφου και μια από τις τρεις καλύτερες του σπουδαίου δημιουργού της.



1/9/08

The Best Years of Our Lives

(The Best Years of Our Lives, Σκην William Wyler, 1946)
Οι αλληλοδιασταυρώμενες ιστορίες τριών στρατιωτών που επιστρέφουν από τα μέτωπα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου σε μια τυπική μεσοδυτική πόλη των ΗΠΑ. Κάπως έτσι θα μπορούσε να συνοψίσει κανείς την πλοκή της φημισμένης ταινίας του Wyler δεδομένου ότι πρόκειται για μια ταινία που αφηγείται στιγμιότυπα από τη ζωή συνηθισμένων ανθρώπων που ο βίος τους συνήθως δεν αποτελεί τμήμα της μυθιστορίας του κινηματογράφου. Υιοθετώντας μια γραφή χαμηλών τόνων, αποφεύγοντας ως επί το πλείστον τις συμβάσεις των κλασσικών δραμάτων της περιόδου, ο Wyler καταφέρνει να αποδώσει με ανεπανάληπτη αυθεντικότητα αφενός τα μικρά, καθημερινά δράματα των τριών βετεράνων των οποίων η προσαρμογή κάθε άλλο εύκολη ήταν και αφετέρου ένα πορτρέτο της αμερικάνικης κοινωνίας της περιόδου όπου η καλπάζουσα οικονομική ανάπτυξη πραγματοποιείται ερήμην κάποιας συλλογικότερης ηθικής επιταγής.

Η σοφά μελετημένη σκηνοθεσία του Wyler δεν αφήνει κανέναν από τους ήρωες να μονοπωλήσει αφηγηματικά την ταινία, η επιλογή του "κεντρικού ήρωα", άμα κρίνεται απαραίτητη, αφήνεται στην επιλογή του θεατή. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και σε αρκετές σκηνές της ταινίας όπου ενσωματώνονται παράλληλες δράσεις στο ίδιο πλάνο χάρη στα πλάνα σεκάνς του σκηνοθέτη και στην δραματουργική αξιοποίηση των εκφραστικών δυνατοτήτων του βάθους πεδίου που παρέχει η αξεπάραστη φωτογραφία του Gregg Toland. Η σκηνή στο μπαρ με τον Fred στο βάθος του κάδρου να τηλεφωνεί στην κόρη του Al, υπό το ανήσυχο βλέμμα του τελευταίου στο πρώτο πλάνο ενώ παρακολουθεί ταυτόχρονα τον τρίτο πρωταγωνιστή είναι χαρακτηριστική. Εξίσου κλασσική είναι η σκηνή στο νεκροταφείο των αεροπλάνων όπου ο Fred έρχεται αντιμέτωπος με τις μνήμες του παρελθόντος και με την συνειδητοποίηση της θέσης του στην αμερικάνικη κοινωνία. Λεπτή μα εύστοχη κριτική, διορατική σκηνοθετική ματιά και κυρίως εξαιρετικές ερμηνείες από το εκλεκτό καστ συνθέτουν μια δημιουργία όπου η κινηματογραφική και η ανθρώπινη αλήθεια ταυτίζονται. Μια μεγάλη ταινία, από τα υψηλότερα επιτεύγματα του μεγίστου σκηνοθέτη της.



5/7/08

The Letter

(The Letter, Σκην William Wyler, 1940)
Η γυναίκα ενός ιδιοκτήτη φυτείας στην αποικιοκρατούμενη Μαλαισία δολοφονεί τον εραστή της και καταφέρνει να πείσει τις αρχές και τον άνδρα ότι επρόκειτο περί αυτοάμυνας. Ένα γράμμα της όμως στο μακαρίτη θα δώσει μια δραματική τροπή στην υπόθεση.

Αριστοτεχνική διασκευή ενός θεατρικού έργου του Somerset Maugham με καθαρά κινηματογραφικούς όρους από τον σπουδαίο Wyler. Η πλοκή στήνεται με μεθοδικότητα και σταδιακά αναδύεται ένας μικρόκοσμος καταπιεσμένων παθών και ευπρεπίζουσας υποκρισίας. Η ηρωίδα βρίσκεται πέρα από κάθε ηθική επιταγή, πρόκειται περί μιας αμοραλίστριας που υπολογισμένα εκδικείται αυτόν που θεωρεί ότι την πρόδωσε, χωρίς φυσικά να αναλογιστεί ότι έχει πράξει ακριβώς το ίδιο έναντι του συμπονετικού αλλά αδαούς και αφελούς ανδρός της. Παράλληλα ο δικηγόρος της προκειμένου να την γλυτώσει υποχρεώνεται να προδώσει τις αρχές του.

Η πολυπρισματική προσέγγιση του Wyler σκιαγράφει τους χαρακτήρες με εντυπωσιακή πληρότητα και δίχως απλουστευτικές κατηγοριοποιήσεις. Επιδιώκει προπαντός να κατανοήσει τις ενέργειές τους και όχι να δικαιολογήσει ή να επικρίνει. Μέσω μιας άκρως ατμοσφαιρικής σκηνοθεσίας επιχειρεί ένα έμμεσο αλλά ουσιαστικότατο σχόλιο πάνω στις τεταμένες σχέσεις των βρετανών αποικιοκρατών με τον ντόπιο πληθυσμό και τις ανεξέλεκτες συγκρούσεις που αυτές εγκυμονούν (θα αντιδρούσε παρόμοια η Bette Davis αν ο εραστής της είχε παντρευτεί μια γυναίκα της δικής της τάξης;). Η Bette Davis δίνει έναν από τους καλύτερους ρόλους στη καριέρα της και την πιο αντιπροσωπευτικη της ατάκα "With all my heart, I still love the man I killed", αλλά, αναμενόμενα καθότι ο Wyler είναι εξαίρετος καθοδηγητής ηθοποιών, και οι υπόλοιποι ερμηνευτές είναι εξαιρετικοί συμβάλλοντας στην επιτυχία μιας από τις αντιπροσωπευτικότερες ταινίες της χρυσής εποχής του Χόλυγουντ.


(Για τις υπόλοιπες ταινίες του Wyler μπορείτε να διαβάσετε στο εκτενές αφιέρωμα του cinemart )


26/6/08

2007 Part II

Τακτοποιώντας τους ανοιχτούς λογαριασμούς με το 2007, προχωράω στην ολοκλήρωση της λίστας:

5. Lust, Caution (Ang Lee)
Aπό την αριστοτεχνική κατάδυση του σπουδαίου Ang Lee στην σκοτεινή πλευρά του πόθου συγκρατώ, μεταξύ των πολλών αρετών της, τον χαρακτήρα του Tony Leung -ευάλωτος όσο και αδίστακτος- και το διάχυτο χιτσκοκικό παιχνίδι με την έννοια της μεταμφίεσης και της ταυτότητας. Η ηρωίδα, μια άχαρη και απλή φοιτήτρια, αναγκάζεται να υποδυθεί την ακαταμάχητη πλανεύτρα και σταδιακά ο ρόλος αυτός εκτοπίζει την αρχική της υπόσταση, με το άλογο, το ριψοκίνδυνο και το ορμέμφυτο να επικυριαρχούν του αναγκαίου, το εύλογου και του πραγματιστικού. Και οι δύο ήρωες επιδίδονται σε μια προσπάθεια αναζήτησης ταυτότητας όπου τα όρια μεταξύ του φαίνεσθαι και του είναι συνεχώς μικραίνουν (οι μακρόσυρτες σκηνές με τον θεατρικό θίασο κάθε άλλο παρά τυχαίες είναι).

4. The Assassination of Jesse James by the Coward Robert Ford (Andrew Dominik).
Η μεγάλη έκπληξη της χρονιάς της οποίας η πλοκή συνοψίζεται, κατά τα φαινόμενα, από τον μακροσκελή τίτλο. Σταδιακά, όμως, οι βεβαιότητες που αυτός υπαινίσσεται υπονομεύονται. Κόντρα στην κλισέ μυθιστορία που αρέσκεται στην ανευ όρων ηρωοποίηση παρανόμων σαν τον Jesse James ερήμην της ιστορικής πραγματικότητας, η ταινία παρουσιάζει τον Jesse James ως ένα βαθύτατα διαταραγμένο άτομο δίχως ιδανικά και αίσθηση περί τιμής (σκοτώνει πισώπλατα τους πρώην συντρόφους του). Διαισθανόμενος ότι οι ημέρες της δόξας του έχουν παρέλθει ανεπιστρεπτί και μην έχοντας το σθένος να δώσει από μόνος του τέλος στο αδιέξοδο που έχει περιπέσει (μήπως αυτός είναι τελικά ο δειλός του τίτλου;), ουσιαστικά προκαλεί τη δολοφονία του που δεν είναι παρά μια συγκαλυμμένη αυτοκτονία. Έτσι θωρακίζει την υστεροφημία του εκλαμβάνοντας, εντελώς ανυπόστατα, διαστάσεις λαϊκού ήρωα. Παράλληλα διαγράφεται σχολαστικά το ψυχολογικό πορτρέτο του δολοφόνου του που οδηγήθηκε από τα αξεδιάλυτα συναισθήματα θαυμασμού, περιφρόνησης αλλά και φόβου σε αυτήν την πράξη και την άδοξη κατάληξη του. Με θαυμαστή χαρακτηρολογική ακρίβεια που καταγράφει κάθε ψυχολογική διακύμανση των ηρώων, γενναιόδωρη χρήση του φιλμικού χρόνου, εκφραστικότατα κοντινά πλάνα και μια εικαστική γραφή, το έξοχο αυτό western αποτελεί συνάμα ένα επίκαιρο σχόλιο πάνω στην διηνεκή ανάγκη κατασκευής διασημοτήτων και διαιώνισης μύθων.

3. 4 Months, 3 Weeks & 2 Days (Cristian Mungiu)
Η ταινία του Mungiu με αξιοζήλευτο τρόπο περνάει από μια ατομική περίπτωση σε μια συλλογική νωπογραφία όπου αναδεικύεται με άτεγκτη πληρότητα και υποδόρια ειρωνεία ο χαρακτήρας μια ολόκληρης κοινωνίας. Υπόδειγμα αποτελεσματικής κινηματογράφησης, με βαθειά γνώση των εκφραστικών μέσων, αλλά και των κινηματογραφικών ειδών (το τέλος θα μπορούσε να αποτελεί τμήμα ενός ατμοσφαιρικού θρίλερ) και καίρια ανθρώπινος προβληματισμός. Μια ιστορία τρόμου.

2. Τhe Banishment (Andrei Zvyagintsev)

Eξαιρετικό κινηματογραφικό δοκίμιο πάνω στην αποξένωση και στις συνέπειες της δυσαρμονικής σχέσης του σύγχρονου ανθρώπου με το μοντέρνο αστικό περιβάλλον. Στοχαστική γραφή με αψεγάδιαστη αίσθηση του κινηματογραφικού χρόνου, υπόκωφη ένταση, εικαστική και ερμηνευτική τελειότητα, ανοιχτή σε πολύπλευρες προσεγγίσεις. Αριστουργηματική διασταύρωση του εσωτερισμού της Ταρκοφσκικής γραφής με τους πιο διαδεδομένους κώδικες του Μπεργκμανικού δράματος.

1. Τhere Will Be Blood (Paul Thomas Anderson)

Ο Αnderson συνεπικουρούμενος από τον μοναδικό Daniel Day Lewis έδωσε ένα πολυπρισματικό αριστούργημα πάνω στον αδυσώπητο ανθρώπινο ανταγωνισμό και στην ανάγκη για επικυριαρχία. Ο κεντρικός ήρωάς του, όπως ο Michael Corleone στο Godfather II, είναι υπεράνω απλουστευτικών χαρακτηρισμών και μονοσήμαντων προσεγγίσεων. Δεν πρόκειται περί άκαρδου καθάρματος, ούτε περί τίμιου επιχειρηματία παρά μιας πολυδιάστατης, όσο και αντιφατικής, προσωπικότητας που είναι σε μεγάλο βαθμό παράγωγο των ανηλεών κοινωνικών συνθηκών της εποχής. Οι βασικοί ιδεολογικοί πυλώνες καπιταλισμός και θρησκεία με τον αλληλοσυμπληρωματικό όσο και ανταγωνιστικό ρόλο τους εγγράφονται με σαφήνεια στον κορμό της μυθιστορίας μέσα από τη σύγκρουση των δύο κεντρικών χαρακτήρων. Όλα αυτά υποστηρίζονται με ένα απαράμιλλο στυλ από τον σκηνοθέτη με ιδιοφυή χρήση της ηχητικής μπάντας, tracking shots που αντανακλούν τις σχέσεις των χαρακτήρων, με ένα από τα συγκλονιστικότερα φινάλε στην ιστορία, και προπαντός με άψογες ερμηνείες από όλους τους ηθοποιούς έτσι ώστε το σύνολο να αποπνέει μια αίσθηση άφατης καλλιτεχνικής πληρότητας όπως άλλα σύγχρονα αριστουργήματα του αμερικάνικου κινηματογράφου σαν τα Godfather II, Raging Bull, Unforgiven κ.α. Kαι επειδή οι προηγούμενες ταινίες αναγνωρίστηκαν στην εποχή τους χωρίς να χρειαστεί να περάσουν πέντε ή δέκα χρόνια, σε αντίθεση με την συντηρητική αντίληψη που θεωρεί όλες τις ταινίες σαν το παλιό καλό κρασί (άσχετα αν ορισμένες θέλουν χρόνο για να βρουν το κοινό τους), δεν πραγματοποιώ κάποιο απερίσκεπτο τόλμημα διατυπώνοντας την άποψη ότι η ταινία του Anderson αποτελεί ένα ατόφιο αριστούργημα του αμερικάνικου κινηματογράφου.

17/6/08

2007 Part I

Δεν πολυσυμπαθώ τις ετήσιες λίστες ταινιών. Πολλοί και διάφοροι οι λόγοι. Ο βασικότερος εκ των οποίων είναι ότι, όντας ανθρωπίνως αδύνατον να έχει δει κανείς όλες τις ταινίες της υπό εξέταση περιόδου, η κατάρτιση μια λίστας με επίφαση πληρότητας είναι καταδικασμένη εκ των προτέρων. Σε αυτό προστίθεται και η γενικότερη δυσκολία επιλογής υποψηφίων ταινιών δεδομένης της ενίοτε ασυμφωνίας χρονιάς παραγωγής και χρόνου προβολής στις αίθουσες. Αφού λοιπόν η πληρότητα, πόσο μάλλον η αντικειμενικότητα, είναι ανέφικτη, η μόνη εναπομείνουσα συνιστώσα μιας επιλογής δέκα ταινιών παραγωγής 2007 είναι η προσωπική. Ταινίες που με συνεπήραν, που εκτίμησα και που θα τις ξαναεπισκεφθώ στο προσεχές μέλλον. Το 2007 είναι ίσως η καλύτερη χρονιά των τελευταίων δεκαπέντε χρόνων και αξίζει με το παραπάνω, πιστεύω, έναν τέτοιο μικρό φόρο τιμής.

Αρχίζω αναφέροντας ορισμένες αξιόλογες ταινίες που οριακά δεν χώρεσαν στη δεκάδα όπως το ανελέητα αληθινό Import/Export (Ulrich Seidl), το υποδειγματικά ατμοσφαιρικό Eastern Promises (David Cronenberg), το εμπνευσμένα αντισυμβατικό I am not There (Todd Haynes), το πικρό σχόλιο του Woody Allen πάνω στον δεσπόζοντα αμοραλισμό (Cassandra's Dream), την τρυφερή μινιατούρα επί αμερικανικού εδάφους του Wong kar-wai (Blueberry Nights), το ντραγιερικής αισθητικής και εμπνεύσεως Silent Light του ραγδαία ανερχομένου Carlos Reygadas, το ξεκαρδιστικά πεισιθανάτιο In Bruges (Martin McDonagh), το επίκαιρα εύστοχο Sicko (Michael Moore) και το ευαίσθητο Le Renard et l'enfant (Luc Jacquet). Σε άλλες χρονιές οι περισσότερες σίγουρα θα είχαν μια θέση μέσα στη δεκάδα, φέτος ατύχησαν λόγω εξαιρετικά υψηλού συναγωνισμού.
Η αντίστροφη μέτρηση έχει ως εξής:

10. Ιnto the Wild (Sean Penn)
Ο Sean Penn πραγματοποιεί ένα κβαντικό άλμα σκηνοθετικά καταγράφοντας την απόδραση του κεντρικού του ήρωα με σύνεση, μεθοδικότητα και κριτική απόσταση. Η ασφυξία του πρωταγωνιστή από τις κυρίαρχες αξιακές νόρμες αποτυπώνεται γλαφυρότητα, όπως όμως και η βασική αντινομία του εγχειρήματός του με το οποίο προσπαθεί μάταια να ανακαλύψει τον εαυτό του ξεκόβοντας από την ανθρωπότητα. Ένα υπαρξιακό road movie αντάξιο αυτών της δεκαετίας του 70, έξοχα ερμηνευμένο και σκηνοθετημένο με πάθος και αποφασιστικότητα.

9. I Served the King of England (Jiri Menzel)
Ο Menzel ενορχηστρώνει ευρηματικότατα οπτικά γκαγκ και στοιχεία από μπουρλέσκ κωμωδία για να μας δώσει μια καίρια αλληγορία πάνω στην έννοια της ατομικής ευθύνης στο πλαίσιο της Ιστορίας. Ο κομφορμιστής ήρωας καθοδηγούμενος αποκλειστικά από το προσωπικό όφελος άγεται και φέρεται από τα ιστορικά γεγονότα σαν φελλός στον ωκεανό. Η καχεκτική του κοινωνική συνείδηση τον ωθεί στην ιδιωτεία και στην αθέλητη συνεργία στα εγκλήματα που συντελούνται γύρω του και από τις συνέπειες των οποίων δεν θα μπορέσει να μείνει στο διηνεκές ανέπαφος. Η σκεπτόμενη εκδοχή του αντιδραστικά βλακώδους Forrest Gump.

8. Sweeney Todd (Tim Burton)
Ο Βurton στην ωριμότερη στιγμή του δίνει μια αξέχαστη ελεγεία πάνω στην αξεδιάλυτη σχέση έρωτα και θανάτου. Μοναδική γοτθική ατμόσφαιρα, έξοχες ερμηνείες και κανένας εύκολος και επίπλαστος feel-good συμβιβασμός. Κομψοτέχνημα.

7. Zodiac (David Fincher)

Μια ταινία που σε κερδίζει με την επιμονή και τη συνέπειά της, κατ' αντιστοιχία με τις απόπειρες των εμμονοληπτικών ηρώων της να ταυτοποιήσουν τον δολοφόνο. Ορισμένα μυστήρια είναι καταδικασμένα να μείνουν άλυτα και η βεβαιότητα του θεατή, κατά τα πρότυπα των περισσοτέρων αστυνομικών ταινιών, για την τιθάσευση του διάχυτου κακού θρυμματίζεται. Οι σκοτεινές ροπές της κοινωνίας επιβιώνουν και διαιωνίζονται όπως μας υπενθυμίζει η αξιοθαύμαστα εμπεριστατωμένη σκηνοθετική εργασία του Fincher.

6. Νo Country For Old Men (Joel and Ethan Coen)
Η αλλαγή φρουράς με το πέρασμα σε μια μορφή χαοτικής βαρβαρότητας. Οι Κοέν εναλλάσσουν αριστοτεχνικά στημένες σκηνές σασπένς και καταδιώξεων με μακροσκελείς διαλόγους πάνω στην ανημπορία της παλαιάς φρουράς να κατανοήσει και να αντιδράσει στην επέλαση των βαρβάρων. Υπόγεια διαβρωτικό χιούμορ, αρχετυπικές ερμηνείες και μια πικρή ειρωνεία διαποτίζουν μια από τις καλύτερες ταινίες του δημιουργικού διδύμου.

(to be continued)


28/5/08

Sydney Pollack (1934-2008)

Σίγουρα δεν είμαι o πλέον κατάλληλος για να συντάξω επικήδειο, θα αρκεστώ στο να αναφέρω ότι δυσκολεύομαι να συνειδητοποιήσω το γεγονός της απώλειάς του, ίσως γιατί πάντα τον θεωρούσα παρόντα. Είτε ως εξαιρετικά προικισμένο καρατερίστα, είτε ως οξυδερκή παραγωγό (ταινιών σαν αυτές του συγγενικού του συνεργάτη Anthony Minghella που χάθηκε και αυτός πρόωρα ), είτε ως σκηνοθέτη που ουδέποτε υποτίμησε τη νοημοσύνη του κοινού του , κάτι που δεν είναι καθόλου δεδομένο στο Hollywood των πλαστικών χαρακτήρων και των φθηνών εφέ. Ανεξάρτητα από την τελική εντύπωση που έχει ο καθένας για τις ταινίες του (που αναπόφευκτα αφήνουν ποικίλες εντυπώσεις, όπως είναι φυσικό σε μια καριέρα σχεδόν 40 χρόνων), ο ίδιος αποτέλεσε πάντα μια δραστήρια και ευφυέστατη προσωπικότητα στο Hollywood όπου και δημιούργησε δίχως την τυφλή υποταγή στους κανόνες του συστήματος.

Θα αφήσω την επιλογή ταινιών από την φιλμογραφία του σε όσους επιθυμήσουν να ψηφίσουν έως πέντε ταινίες με σειρά προτίμησης από την καριέρα του ως σκηνοθέτη, προσδοκώντας παράλληλα στα σχόλιά σας.
(Το έξοχο The Swimmer εξαιρείται της ψηφοφορίας καθώς είναι δύσκολο να εξακριβωθεί ο βαθμός συμμετοχής του στην ταινία. Άλλοι γράφουν για 1-2 πλάνα και άλλοι για ολόκληρες σκηνές και μιας και δεν αναφέρεται στα credits κρίνω σκόπιμη την παράλειψή του)

21/5/08

Side Street

(Side Street, Σκην Anthony Mann, 1950)

Μέσα από την όχι ασυνήθιστη ιστορία ενός φτωχού νέου που στιγμιαία υποπίπτει σε ηθικό παράπτωμα προκειμένου να ανταπεξέλθει στις αυξανόμενες απαιτήσεις της έγγαμης ζωής του, ο Anthony Mann μας δίνει ένα γλαφυρότατο πορτρέτο της μεγαλόπουλης και των κατοίκων της. Συνδυάζοντας άψογα κινηματογραφικά τη θεματολογία του Film-Noir με τις πρακτικές του άρτι αφιχθέντος νεορεαλισμού, ο Μann κινηματογραφεί σχεδόν εξολοκλήρου σε φυσικούς χώρους ανάγοντας την πόλη (Νέα Υόρκη) σε πρωταγωνιστή, έναν ζωντανό οργανισμό που εσωκλείει το έννομο και το παράνομο, το ηθικό και το αήθικο, τη βία και την τρυφερότητα. Αναδεικνύεται έτσι με τον πιο απτό τρόπο ένα από τα βασικότερα συστατικά του Film Noir: η αντιμετώπιση της εγκληματικότητας ως αναπόφευκτο τμήμα της κοινωνίας και όχι ως μεμονωμένη παρέκβαση, όπως συνέβαινε κατά κύριο λόγο στα παραδοσιακά αστυνομικά φιλμ όπου η κοινωνία ήταν φύσει αγαθή και το έγκλημα ένα απόστημα. Η οξεία και διαπεραστική ματιά της ταινίας καθιστά σαφές το κοινωνικό πλαίσιο των ηρώων και τις αναγκαιότητες που μπορούν να τους οδηγήσουν στην παραβατικότητα.

Ο Anthony Mann προτού διαπρέψει στο Western είχε ασχοληθεί εκτενώς με το film-noir, αξιοποιώντας στο έπακρο όλη τη πολυσυλλεκτική εκφραστική του είδους και φανερώνοντας το μεγάλο του ταλέντο στην δραματουργική αξιοποίηση των χώρων. Η τελική σκηνή της καταδίωξης στο Manhattan, είκοσι χρόνια πριν το French Connection, αποτελεί σκηνή ανθολογίας και σε κάνει να ξεχάσεις μονομιάς το επιβεβλημένα μοραλιστικό περίγραμμα της ιστορίας.

16/5/08

Cine Riddles #2

Επιστροφή στην ξεχασμένη αυτή ενότητα με μια σκηνή από το No Country For Old Men.



Στην παρούσα σκηνή ο Tommy Lee Jones επιστρέφει στο ξενοδοχείο όπου δολοφονήθηκε κατά τη διάρκεια της ημέρας ο Moss (αριθμός δωματίου 114! -θυμηθείτε την ταινία του προηγουμένου γρίφου). Κοντοστέκεται έξω από την πόρτα, παρατηρώντας την παραβιασμένη κλειδαριά που φέρει τη σφραγίδα του όπλου του Bardem. Μετά από 2-3 δευτερόλεπτα ακολουθεί cut όπου ο Bardem διαφαίνεται πίσω από την πόρτα.



Η χρυσαφένια λάμψη της κλειδαριάς πίσω από την πόρτα δίνει την εντύπωση ότι ο Bardem βρίσκεται ακριβώς πίσω από την πόρτα, κρατώντας το αγαπημένο του εργαλείο. Ο Tommy Lee Jones εξακολουθεί να διστάζει, ενώ ακολουθούν ένα πλάνο του Bardem και ένα της κλειδαριάς, χτίζοντας σιγά-σιγά το σασπένς της επικείμενης σύγκρουσης. Ο Τommy Lee Jones τελικά οπλίζεται και ανοίγει την πόρτα.


Ο Bardem παραδόξως δεν βρίσκεται πουθενά. Το παράθυρο του μπάνιου κλειδωμένο εσωτερικά, η διατομή του αεραγωγού πολύ μικρή για να χωρέσει κάποιος (συν ότι δεδομένου ότι η σκηνή διαρκεί λιγότερο από λεπτό, ήταν αδύνατον να προλάβει να δραπετεύσει από εκεί). H σκηνή κλείνει με fade out στην επόμενη ημέρα, αφήνοντας έτσι ουδεμία αμφιβολία για το γεγονός ότι τα πλάνα και των δύο ήταν ενταγμένα στο ίδιο χρονικό διάστημα.

Η ερώτηση λοιπόν που τίθεται σε όλους είναι αυτή:

Τι απέγινε ο Bardem; Εξαϋλώθηκε;

(Όποιος δώσει την καλύτερη απάντηση κερδίζει το Special Collectors Edition DVD της ταινίας με το τετράωρης διαρκείας extended version υπό την επίβλεψη του Mortimer Young)

1/5/08

Stranger than Paradise

(Stranger than Paradise, Σκην Jim Jarmusch, 1984)
Με την πρώτη του ταινία ο Jarmusch έθεσε ήδη με ακράδαντη σαφήνεια τις βασικές του θεματικές αναζητήσεις και τις στυλιστικές του εκζητήσεις. Δύσκολο να συνοψίσει κανείς την πλοκή της ταινίας καθώς φαινομενικά δεν συμβαίνει τίποτα συνταρακτικό πέρα από μια απλή ιστορία τριών ημιαπόκληρων της αμερικάνικης κοινωνίας που επιδιώκουν, ασυνείδητα σε έναν βαθμό, μιά κάποιου τύπου απόδραση από την καθημερινότητά τους, έναν περιώνυμο Παράδεισο. Ωστόσο, η απόλυτη εκφραστική πληρότητα του σκηνοθέτη προσδίδει στην ταινία ένα δεύτερο επίπεδο (subtext) όπου διαγράφεται με γλυκόπικρο τρόπο η αδυναμία ουσιαστικής ανθρώπινης επικοινωνίας. Οι ήρωες περισσότερο συμπράττουν, παρά επικοινωνούν. Δεν ανοίγονται συναισθηματικά, απουσιάζουν από την σχέση τους οποιαδήποτε στοιχεία αυταπάρνησης και βαθύτερης αλληλεγγύης, ο επιβιωτικός ατομικισμός τους εμποδίζει να βιώσουν την σχέση τους στην ολότητα της πέρα από το επίπεδο των κοινών δραστηριοτήτων.

Ο Τζάρμους εύστοχα συλλαμβάνει την προσωπική αυτή ανεπάρκεια στην υπαρξιακή της διάσταση: ο Παράδεισος, η φυγή που ονειρεύονται οι ήρωες πάντα θα τους διαφεύγει καθότι τα μέρη και οι χώροι στερούνται υπαρξιακού φορτίου, το οποίο μόνο μια βιωματική διαπροσωπική σχέση μπορεί να προσδώσει. Κατά συνέπεια η δυσαρμονία των ηρώων με το περιβάλλον θα παραμένει αμετάβλητη όσο απουσιάζει η προσωπική αυτοσυνειδησία και η διαπροσωπική μέθεξη. Όλα τα μέρη φαντάζουν εξίσου μουντά κατά αντιστοιχία με τον εσωτερικό κόσμο των ηρώων με αποκορύφωμα τον πολλά υποσχόμενο "Παράδεισο" όπου συντελείται και η κατακλείδα της κοινής τους διαδρομής.

Ο Τζάρμους, ο γνησιότερος εκπρόσωπος του ανεξάρτητου αμερικάνικου κινηματογράφου, υιοθετεί μια σοφά ενορχηστρωμένη μινιμαλιστική κινηματογράφηση αποτελούμενη κυριώς από στατικά πλάνα μεγάλης διάρκειας (που φέρνουν στο μυαλό τον Ozu) με συχνά fade out. Η συσχέτιση εξωτερικών χώρων και εσωτερικού κόσμου είναι απόλυτα επιτυχημένη δίνοντας ταυτόχρονα ένα έμμεσο σχόλιο για την σύγχρονη αστική κοινωνία, οι ερμηνείες απόλυτα εναρμονισμένες με τους στόχους του σκηνοθέτη, ενώ συνάμα η ματιά του σκηνοθέτη διατηρεί ένα υποδόριο χιούμορ που παραπέμπει στο παράλογο της ύπαρξης. Αναμφίβολα μια από τις πιο ολοκληρωμένες ταινίες του σημαντικότατου αυτού δημιουργού.

21/4/08

Le Renard et L'Enfant

(Le Renard et L'Enfant, Σκην Luc Jacquet, 2007)
Η ταινία του Jacquet αφηγείται τη σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα σε ένα δεκάχρονο κορίτσι και μια αλεπού. O Jacquet αποφεύγει τις παγίδες που υποβόσκουν σε ένα επιρρεπές σε εύκολους μελοδραματισμούς θέμα υιοθετώντας τις παρακάτω επιλογές:

α) Τα μόνο πρόσωπα της ταινίας είναι αυτά του τίτλου. Απουσιάζουν οι συνήθως οχληρά υστερικοί γονείς των οποίων ο κατασταλαγμένος συντηρητισμός και η ανικανότητα επαφής με τη φύση προσφέρει ένα προφανές δραματικό αντίβαρο. Ο Jacquet εξαφανίζει μεν τους ενήλικες, όχι όμως και τις αξίες που αυτοί πρεσβεύουν και που αναπόφευκτα έχουν σε κάποιο βαθμό περάσει στο μικρό κορίτσι. Ως εκ τούτου η δραματική κορύφωση του φινάλε έρχεται σχετικά απρόσμενα αλλά ταυτόχρονα και σχεδόν νομοτελειακά.

β) Η δεσπόζουσα ατμόσφαιρα παραπέμπει σε αρχετυπικά παιδικά παραμύθια με την αντίστοιχη αφήγηση και τις μαγευτικά υποβλητικές εικόνες της παρθένας φύσης. Αποφεύγεται ωστόσο ο ανθρωπομορφισμός των ζώων που καταλύει κάθε αξίωση ρεαλιστικότητας και παράλληλα διαγράφεται η διαρκώς εγκυμονούσα ανθρώπινη καταστρεπτικότητα. Είναι σημαντικό ότι ο σκηνοθέτης απέφυγε όσο ήταν δυνατό την χρήση ψηφιακών εφέ χρησιμοποιώντας δέκα διαφορετικές αλεπούδες με αποτέλεσμα την ενίσχυση της αληθοφάνειας της ταινίας.

Οι παραπάνω επιλογές σε συνδυασμό με την θαυμαστή δουλειά σε τεχνικό επίπεδο συμβάλλουν καθοριστικά στην επιτυχία της ταινίας που πέρα από το οικολογικό της μήνυμα αποτελεί και μια ουσιαστική κατάθεση πάνω στα αίτια της αμήχανης και καταστροφικής σχέσης του σύγχρονου ανθρώπου με τη φύση. Η ταινία φέρνει στο μυαλό το The Black Stallion του Carroll Ballard και σίγουρα αποτελεί μια από τις αξιολογότερες ταινίες αυτού του είδους.


6/4/08

The Big Sellout

(The Big Sellout, Σκην Florian Opitz, 2007)

Το εξαιρετικά επίκαιρο γερμανικό ντοκιμαντέρ με τον ενδεικτικό τίτλο "Το Μεγάλο Ξεπούλημα" καταπιάνεται με τις συνέπειες της ασύδοτης και ασύστολης ιδιωτικοποίησης βασικών κοινωνικών αγαθών που από τη σφαίρα του δημόσιου και του κοινωφελούς μεταβαίνουν σ' αυτή του ιδιωτικού και του εμπορευματοποιήσιμου. Οι βασικές ενότητες που απαρτίζουν την αφήγηση εστιάζουν στις συνέπειες που έχει ένας τέτοιος μετασχηματισμός στο κοινωνικό σύνολο μέσα από τέσσερις χαρακτηριστικές περιπτώσεις:
α) Την ιδιωτικοποίηση της εταιρείας παροχής ηλεκτρικής ενέργειας στην Νότιο Αφρική που είχε σαν αποτέλεσμα την όξυνση των ήδη τεράστιων κοινωνικών ανισοτήτων καθώς ολόκληρα χωριά-παραγκουπόλεις- τυλίχθηκαν στο σκοτάδι επειδή η αγοραστική δύναμη των κατοίκων τους ήταν αδύνατο να ανταποκριθεί στην αύξηση των τιμών. Στην αδυναμία αυτή η εταιρεία αντέδρασε με την αναμενόμενη κοινωνική αναλγησία.
β) Το φιάσκο των ιδιωτικοποιήσεων των βρετανικών σιδηροδρόμων που συνετελέσθη επί κυβερνήσεως Τζον Μέιτζορ, ολοκληρώνοντας την υπονομευτική πολιτική επί σειράς ετών της Θάτσερ. Με την πώληση του σιδηροδρομικού δικτύου σε καμιά δεκαριά διαφορετικές εταιρίες η ποιότητα των προσφερομένων υπηρεσιών έπεσε κατακόρυφα και η ελλιπής συντήρηση του δικτύου οδήγησε σε δύο από τα μεγαλύτερα και πιο πολύνεκρα σιδηροδρομικά δυστυχήματα στην ιστορία της Βρετανίας. Εταιρίες έρχονταν και παρέρχονταν με μόνο κοινό παρονομαστή τις κακές υπηρεσίες καθότι το βραχυπρόθεσμο κέρδος που αποτελεί πάγια επιδίωξη κάθε επιχείρησης και αυτό έρχεται σε άμεση αντινομία με μακροπρόθεσμα και μη άμεσα κερδοφόρα έργα συντήρησης και επέκτασης του δικτύου που είναι αναγκάια για την προσαρμογη του στα διαρκώς μεταβαλλόμενα δεδομένα.
γ) Την ιδιωτικοποίηση του συστήματος υγείας της Μαλαισίας που αποκόπτει άμεσα χιλιάδες απόρους από το δικαίωμα στη ζωή.
δ) Την πώληση της δημόσιας εταιρείας ύδρευσης μια πόλης της Βολιβίας σε μια εταιρεία αμερικανικών συμφερόντων που είχε ως άμεση συνέπεια τον τριπλασιασμό της τιμής του νερού. Η κοινωνική αντίδραση ήταν τόσο ισχυρή που οδήγησε μετά από αιματηρές συμπλοκές στην ακύρωση της συμφωνίας και της επιστροφής του ελέγχου των υδατίνων πόρων σε δημόσια χέρια.

Η ταινία μπορεί να εστιάζει κυρίως σε επιμέρους περιπτώσεις, δεν παραλείπει όμως να καταστήσει σαφή τα ιδεολογήματα που στήριξαν και καλλιεργούν τέτοιες πρακτικές και που εκπορεύουν από Διεθνείς Οργανισμούς σαν την Παγκόσμια Τράπεζα, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου. Τα έωλα και καθαρά συμφεροντολογικά επιχειρήματα υπέρ τέτοιων πρακτικών ξεπουλήματος που στοχεύουν στον σταδιακό μετασχηματισμό του "κράτους πρόνοιας" σε "αγορά πρόνοιας", με το τελευταίο να αποτελεί κάτι παραπάνω από οξύμωρο σχήμα, αναδεικνύονται σε ικανοποιητικό βαθμό από αυτό το καλογυρισμένο και καίριο ντοκιμαντέρ που αν μη τι άλλο προϊδεάζει για το τι μέλλει γενέσθαι στον επερχόμενο κοινωνικό μεσαίωνα.


2/4/08

Before the Devil Knows You're Dead

(Before the Devil Knows you're Dead, Σκην Sidney Lumet, 2007)

Ο παλαίμαχος Sidney Lumet επανέρχεται με μια ταινία που συνδυάζει δύο από τις βασικές θεματικές του έργου του: της αστυνομικής ταινίας και του οικογενειακού δράματος. Στην προκειμένη ταινία το πρώτο σκέλος αποτελεί στην ουσία την αφορμή για να ξεδιπλωθεί το δεύτερο καθότι αφορά την αποτυχημένη ληστεία ενός κοσμηματοπωλείου από τους δύο γιους των ιδιοκτητών.
O Lumet αφηγείται την ιστορία του εναλλάσσοντας την οπτική των πρωταγωνιστών στα καίρια σημεία της, καταλύοντας εν μέρει την γραμμικότητα της πλοκής και αναπτύσσοντας τους βασικούς χαρακτήρες ξεχωριστά. Ωστόσο αφηγηματική πολυπλοκότητα δεν σημαίνει απαραίτητα και δραματική. Με εξαίρεση τον χαρακτήρα που υποδύεται ο έξοχος Philip Seymour Hoffman, ένας ηθοποιός που καταφέρνει να προσδίδει βάθος ακόμη και στους πιο τετριμμένους ρόλους, οι υπόλοιποι ήρωες της ταινίας αναπτύσσονται επιγραμματικά και μονοδιάστατα (χαρακτηριστικό παράδειγμα η Marisa Tomei που υπάρχει μόνο ως σκεύος ηδονής) όντας υποταγμένοι στο γενικότερο σχήμα της επιβεβλημένης ενδοοικογενιακής σύγκρουσης που θέλει να διατρέξει το σενάριο. Από ένα σημείο και ύστερα η δραματική αληθοφάνεια υπονομεύεται προς χάρη μιας προκαθορισμένης κατάληξης που χωλαίνει δραματουργικά εξαιτίας της ελλιπούς ανάπτυξης των αιτιών που οδήγησαν στην τελική πράξη του δράματος (θα ήταν ίσως πιο ενδιαφέρον αν η εκκαθάριση του φινάλε είχε περισσότερο κοινωνικό/συμβολικό χαρακτήρα ως ο αφανισμός ενός loser που ατίμασε το πρότυπο της μεσοαστικής επιτυχίας παρά ως μια αμιγώς οικογενειακή υπόθεση). Στις αρετές της ταινίας συγκαταλέγονται η άνετη απεικόνιση του περίγυρου των ηρώων, μερικές δυνατές δραματικές σκηνές και η απουσία συμβιβαστικών και εξισορροπητικών λύσεων, ενώ στις χτυπητές αδυναμίες η επίπεδη φωτογραφία και το απαράδεκτο, όσο και παράταιρο, soundtrack.

23/3/08

The Reckless Moment

(The Reckless Moment, Σκην Max Ophüls, 1949)
Στην τέταρτη και τελευταία ταινία της αμερικανικής περιόδου του Ophüls, συναντώνται δύο διακριτά κινηματογραφικά είδη: το χολυγουντιανό μελόδραμα και το φιλμ νουάρ. Το πρώτο εκφέρεται από μια ειδυλλιακή εικόνα ευυπόληπτης μεσοαστικής οικογένειας όπου, λόγω της πρόσκαιρης απουσίας του Πατέρα, η ευθύνη για την προστασία της βρίσκεται αποκλειστικά στη Μητέρα (η έξοχη Joan Bennett) και το δεύτερο από τον επικίνδυνο υπόκοσμο που επιχειρεί να διαταράξει την αρμονία του πρώτου εκμεταλλευόμενος ένα ερωτικής φύσεως ολίσθημα της κόρης της οικογένειας που πυροδοτεί μια αλυσίδα απειλητικών καταστάσεων για την συνοχή και κυρίως το όνομα της οικογένειας.

H αντίθεση αυτών των δύο κόσμων, όμως, κάθε άλλο παρά απλή και προφανής είναι. Ο σκηνοθέτης υπονομεύει υπόγεια το ηθικιστικό ιδανικό του μεσοαστικού οικογενειακού βίου ιχνογραφώντας τον ανεκπλήρωτο συναισθηματικό κόσμο της ηρωίδας. Όσο και αν αυτή δίνει φαινομενικά την εντύπωση ότι ελέγχει πλήρως την κατάσταση και είναι ικανή να αντιμετωπίσει οτιδήποτε με σύνεση και ετοιμότητα, παραμένει κατ' ουσία εγκλωβισμένη ενός τρόπου ζωής που δίνει μεγαλύτερη έμφαση στα προσωπεία παρά στα πρόσωπα. Ο υπερβολικός τρόπος που αντιδρά όταν αντιμετωπίζει τον εραστή της κόρης της για την αποκατάσταση της ευπρέπειας και της τάξης, η τεταμένη σχέση της με το μικρότερο γιο της αλλά και το απλό γεγονός ότι καπνίζει ακατάπαυστα (πράγμα που δίνει αφορμή στο σκηνοθέτη να παίξει κρυφτούλι με τους κώδικες της λογοκρισίας βάζοντας τον γκάγκστερ James Mason να της δωρίσει μια ταμπακέρια θέλοντας να εκφράσει το ανείπωτο) είναι σημάδια καταπιεσμένου θυμικού και έλλειψης συναισθηματικής επικοινωνίας. Η ηρωίδα δυσανασχετεί στον κόσμο της αλλά δεν το έχει ή δεν θέλει να το συνειδητοποιήσει. Εδώ ο Ophüls προσεγγίζει το δίπολο ρομαντικού έρωτα και στεγνού γάμου από αντίθετη φορά με αυτή στο Letter From an Unknown Woman.

Ο κύριος πρεσβευτής του κόσμου των γκάγκστερ (ο εκπληκτικός James Mason) είναι το ακριβές αντίθετο της ηρωίδας. Θέλει να ξεφύγει από τον υπόκοσμο, αλλά δεν μπορεί καθώς γνωρίζει ότι είναι πλέον αργά. Ωστόσο σταδιακά από εκβιαστής της ηρωίδας και θύτης , μετατρέπεται σε αρωγό και εν τέλει σε σωτήρα. Ο κόσμος από τον οποίο προέρχεται, αλλά εν τέλει αποστατεί, δεν αποτελεί παρά το αποπαίδι των αξιών της υλικής ευμάρειας και της οικονομικής ασφάλειας που υποστηλώνουν τον πρώτο. Η ύπαρξη του ενός προϋποθέτει αυτη του άλλου και εκφάνσεις ακραίου και ανιδιοτελούς ρομαντισμού σαν αυτή του μετανοημένου γκάγκστερ, μην έχοντας θέση σε κανέναν από τους δύο κόσμους, είναι επόμενο ότι θα έχουν τραγική κατάληξη.

Σελίδες θα μπορούσαν να γεμίσουν με παρατηρήσεις για την ανεπανάληπτη γραφή του σκηνοθέτη, αναλύοντας τον τρόπο που καδράρει και κινεί την κάμερα για να αποδεσμεύσει κάποιο νόημα και όχι απλώς για λόγους στυλιζαρίσματος, τις εξαίσιες επαναλήψεις με αλλαγή του τόνου της σκηνής όπως στο εξαιρετικό φινάλε που η κάμερα επαναλαμβάνει σχεδόν αυτούσια τις κινήσεις μιας πανομοιότυπης σκηνής της αρχής της ταινίας για να καταλήξει σε μια διαμετρικά αντίθετη συναισθηματική κατάσταση εξαιτίας της συνειδητοποίησης της ηρωίδας, μέσω των όσων προηγήθηκαν, της πραγματικότητας της κατάστασής της (τα κάγκελα της κουπαστής του τελευταίου πλάνου δεν αφήνουν περιθώρια αμφιβολιών). Το επιστέγασμα, ενδεχομένως, μιας μεγάλης καριέρας και μια από τις πιο ανατρεπτικές ταινίες της εποχής της.

Σημείωση: H ταινία γνώρισε ένα σχετικά πρόσφατο remake, το Deep End με την θαυμάσια Tilda Swinton. Ταινία ενδιάφερουσα που, όμως, αδυνατεί να κινηθεί στα πολλαπλά νοηματικά επίπεδα του πρωτοτύπου, ούτε χαρακτηρίζεται από μια παρόμοια σύνθεση κινηματογραφικών ειδών και κωδίκων.


19/3/08

Caught

(Caught, Σκην Max Ophüls, 1949)
Το χάσμα ονείρου και πραγματικότητας βρίσκεται στο επίκεντρο της τρίτης από τις τέσσερις συνολικά ταινίες της αμερικανικής περιόδου του κορυφαίου σκηνοθέτη Max Ophüls. Aπό το πρώτο πλάνο καθίσταται απαρέγκλιτα σαφής η φύση του ονέιρου της κεντρικής ηρωίδας: ξεφυλλίζoντας νωχελικά ένα τυπικό περιοδικό μόδας, την ακούμε να σχολιάζει για το πόσο καθημερινή είναι μια λουσάτη γούνα. Η απόκτησή της προϋποθέτει την εύρεση ευπόρου συζύγου και η ηρωίδα με αρκετές στερήσεις θα αυξήσει τις πιθανότητες επιτυχίας της σπουδάζοντας στο πολλά υπασχόμενο "School of Charm", όπου αρκετές "αθώες" δεσποινίδες μαθητεύουν στο, απαραίτητο για την κοινωνική ανέλιξη, savoir vivre του αστικού καθωσπρεπισμού. Το λαβράκι δεν θα αργήσει να έρθει υπό την μορφή ενός εκατομμυριούχου και η επίτευξη της υλικής ευμάρειας ολοκληρώνεται επιτυχώς. Αρκεί όμως αυτό για την προσωπική ευδοκίμηση της ηρωίδας;
Ο Ophüls με θαυμαστή τόλμη επιτίθεται εκ των ενδον στις υλιστικές προτεραιότητες της σύγχρονης κοινωνίας αναδεικνύοντας το ηθικό και συναισθηματικό κενό που αυτές δημιουργούν μετατρέποντας το όνειρο σε έναν αδυσώπητο εφιάλτη. Αν και κινείται στα προκαθορισμένα πλαίσια της εκφραστικής παράδοσης του χολυγουντιανού μελοδράματος, η προσωπική του σφραγίδα είναι παντού ανάγλυφη με τις θαυμαστής ακρίβειας κινήσεις της μηχανής που συναρτώνται με τον συναισθηματικό κόσμο των χαρακτήρων, τις ευρείες γωνίες λήψεις που εμφαίνουν τον εγκλεισμό της ηρωίδας στην αποστειρωμένη έπαυλη, αλλά και την λιτή και ουσιαστική χαρακτηρολογία που εστιάζει στην ουσία των προσώπων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο χαρακτήρας του μεγαλομανούς εκατομμυριούχου που αποτελεί μια διασταύρωση Κεΐν και Howard Hughes και ένας μακρινός πρόδρομος του μεγάλου σύγχρονου εμμονοληπτικού Daniel Plainview. Οι εξαιρετικοί Robert Ryan και James Mason εκφράζουν στην εντέλεια δύο αντικειμένους ηθικούς πόλους και αναπληρώνουν μερικώς την ερμηνευτική ανεπάρκεια της Barbara Bel Geddes που, σε αντίθεση με προηγούμενες ερμηνεύτριες του Ophüls, δεν καταφέρνει να αποδώσει με την απαραίτητη ευκρίνεια τις ψυχικές διακυμάνσεις της ηρωίδας. Μια σκοτεινή ανάγνωση του αμερικάνικου ονείρου της κοινωνικής ανόδου από έναν μάγο της κάμερας.

18/3/08

Αnthony Minghella (1954-2008)

Καλό ταξίδι μάστορα, είχες ακόμη πολλά να δώσεις.




Update (24.03.2008)
Από όσα γράφτηκαν, ξεχώρισα τα παρακάτω:
RALPH FIENNES

Anthony possessed a sensitivity and alertness to the actor's process that very few directors have.

He directed most of The English Patient with an ankle in plaster, never losing his gentle humour and precision.

He delighted in the contribution of everyone - he was a true collaborator.

His films deal with extreme aloneness and the redemptive power of love, even at the moment of death.

I will remember him as a man who always wanted to get to the heart of the matter.
SYDNEY POLLACK

Anthony was a realistic romanticist. A kind of poet, disciplined by reality, an academic by training, a musician by nature, a compulsive reader by habit, and to most observers, a sunny soul who exuded a gentleness that should never have been mistaken for lack of tenacity and resolve.

The cliche that you don't know anyone well until you've lived through wars with them, is an absolute truth. Sometimes making films is a form of war. Having weathered several with Anthony, I will tell you that his dignity never softened, his artistry never suffered, and his mind remained as sharp and clear in wartime as it was in quietude.

STEPHEN FREARS,

He seemed to go effortlessly from being an academic to being a playwright to working on Grange Hill and writing episodes of Morse and making BBC films and then, with one bound, to a film on the scale of David Lean.

Actors adored him because he was paternalistic and generous with them; and he had a Gargantuan side. His first cuts would run to 5 hours which he would gradually whittle away.

No one has ever worked as hard as he did when he first became chair of the BFI. He didn't have that English fear of emotion, that fear of sentimentality and so his films had great breadth. I'd say he was first and foremost a writer and only secondarily a director. He said so himself in a lecture last week.

Of course that made each of his films unique.

Mια λεπτομερής και αντικειμενική παρουσίαση της καρίερας του υπάρχει εδώ. Επίσης πλούσιο και ενδιαφέρον υλικό μπορείτε να βρείτε εδώ.


3/3/08

Juno

(Juno, Σκην Jason Reitman, 2007)
Η δεκαεξάχρονη Juno μένει έγκυος από τον ατσούμπαλο φίλο της και με την αμέριστη συμπαράσταση των γονιών της αποφασίζει να αποφύγει την έκτρωση και να δώσει το μωρό της για υιοθεσία. Βρίσκει ένα αταίριαστο μεν, αλλά εύπορο και στοργικό ζευγάρι υποψηφίων γονέων που περιμένουν με αδημονία με τέτοια ευκαιρία. Παράλληλα η τριβή της με τους ενήλικες θα την οδηγήσει σε μια αυτογνωσία, ξεδιαλύνοντας τα πραγματικά της συναισθήματα για τον πατέρα του μωρού της. Και ζήσαν όλοι καλά και ευτυχισμένα.

Πόσο σοβαρά μπορεί να πάρει κανείς αυτήν την εξοργιστικά εξωραϊσμένη και επίπλαστη ματιά πάνω σε ένα καυτό πρόβλημα του καιρού μας; Ο ersatz κυνισμός της έφηβης είναι σίγουρα πιασάρικος, ωστόσο δεν είναι κάπως περίεργο που μια τόσο "ψαγμένη" μικρομεγάλη αγνοεί βασικές τεχνικές αντισύλληψης; Ακόμη χειρότερα, πώς καταλήγει τόσο επιπόλαια να επιλέξει τη γέννα από την έκτρωση; Μήπως για να ενισχυθεί ακόμη περισσότερο το ιδεολόγημα περί του δικαιώματος του εμβρύου για ζωή, όπως καταδεικνύει η ομαλότατη και απροβλημάτιστη, πέρα από κανένα-δύο επικριτικά βλέμματα, πορεία της ηρωίδας μέχρι τον τοκετό; Πέραν τούτου, η ταινία είναι εντελώς ανούσια με μονοφωνικό σενάριο που μοιράζει αναληθοφανώς ατάκες της ηρωίδας και σε άλλους χαρακτήρες (όπως στη σκηνή που η μητριά της επικρίνει την νοσοκόμα), ανέμπνευστες και εξωπραγματικές καταστάσεις (για αυθεντικές ταινίες πάνω στην εφηβεία, δείτε το Dazed and Confused ), βεβιασμένο feel-good τέλος κλπ. Θα ξεχαστεί σύντομα όπως και πολλές παρόμοιες ψευτοανεξάρτητες ταινίες που στοχεύουν σε μια εξ' διαθλάσεως επαναδιαβεβαίωση του αμερικάνικου ονείρου.

The Darjeeling Limited

(The Darjeeling Limited, Σκην Wes Anderson, 2007)
Μια περαιτέρω απόδειξη της καλλιτεχνικής στασιμότητας του Wes Anderson αποτελεί αυτή η ελάσσων ιστορία τριών αποξενωμένων αδερφών που κάνουν ένα ταξίδι στην Ινδία για να επανασυνδεθούν, υποτίθεται, πνευματικά. Οι περί ζεν αγοραίες φαιδρότητες έχουν καταστροφική επίπτωση τόσο στην επινοητικότητα των στιγμιότυπων ή δοκιμασιών που υποβάλλει ο σκηνοθέτης τους ήρωές τους, όσο και στην επεισοδιακή και ανερμάτιστη δόμηση της δράσης. Το ταξίδι δεν έχει καμία εσωτερικότητα και αναλώνεται σε υπερβολικά στημένα καλαμπουράκια, ορισμένα εκ των οποίων είναι κάπως χαριτωμένα, καταντούν όμως επαναλαμβανόμενα σαν το αστείο με την ζώνη που αλλάζει χέρια τρεις με τέσσερις φορές καθόλη τη διάρκεια του ταξιδιού και αυτό με τις βαλίτσες που χονδροειδώς συμβολίζει τα βαρίδια που κουβαλάνε οι ήρωες, εξαιτίας των οποίων δεν μπορούν να προχωρήσουν τη ζωή τους. Η χαρακτηρολογία είναι τηλεγραφική, η ματιά πάνω σε έναν ξενό πολιτισμό προσβλητικά συγκαταβατική και τουριστική, η εξαίσια σκηνογραφία εκτοπίζει τη μανιεριστικη σκηνοθεσία, οι ιδέες απλοϊκότατες και ανακυκλωμένες από προηγούμενες και καλύτερες ταινίες του σκηνοθέτη, η υπαρξιακή συνιστώσα ελαφριά και διάφανη σαν τσιγαρόχαρτο. Κρίμα γιατί με το Rushmore και κυρίως με την καλυτέρή του ταινία, το Royal Tenenbaums, ο Anderson είχε δώσει εξαιρετικά δείγματα γραφής με ένα προσωπικό και ιδιοσυγκρασιακό γλυκόπικρο χιούμορ που μπορούσε να μετουσιώνει την πραγματικότητα χωρίς να εκτοπίζει την πολυπλοκότητά της. Με το Life Aquatic έδειξε να μανιερίζει επικίνδυνα για να καταλήξει σε αυτό το αυτάρεσκο και ναρκισιστικό κατασκέυασμα που δίνει αρκετά πολεμοφόδια στους ορκισμένους πολέμιους του σινεμά του δημιουργού. Ο Anderson θα πρέπει να ακολουθήσει το παράδειγμα των ηρώων του και να αφήσει τις βαλίτσες του πίσω στην επόμενη ταινία δοκιμάζοντας κάτι διαφορετικό τόσο θεματικά (πόσες φορές ακόμη θα ξαναδούμε μια διυλισμένη παραλλαγή δυσαρμονικής οικογένειας με ανύπαρκτους, νεκρούς, ή ανεπαρκείς γονείς;) όσο και στυλιστικά (slow motion με 60s pop, οριζόντια pan που σαρώνουν το ντεκόρ, φετιχισμός της ατάκας κλπ).

26/2/08

Sweeney Todd: The Demon Barber of Fleet Street

(Sweeney Todd: The Demon Barber of Fleet Street, Σκην Tim Burton, 2007)
Καταρχήν σας προτρέπω να διαβάσετε τι έγραψαν για την ταινία οι αγαπητοί Άκης, Ηλίας, Αχιλλέας και Kioy.
Ο Βenjamin Barker είχε κάποτε αγαπήσει απόλυτα και ολοκληρωτικά. Ωστόσο ένας σεβάσμιος μα βαθύτατα καταχθόνιος δικαστής έστησε πλεκτάνη εναντίον του, εξορίζοντάς τον και καταστρέφοντας την οικογένειά του και τη ζωή του. Mετά από 15 χρόνια επιστρέφει ως Sweeney Todd με ένα μόνο σκοπό, τη εκδίκηση για την αδικία που του έγινε, μια εκδίκηση που ξεφεύγει από τον συγκεκριμένο υπαίτιο και επεκτείνεται σε ολόκληρη ανεξαιρέτως την κοινωνία, μια κοινωνία που θρέφει, ανέχεται και διαιωνίζει την αδικία. Ως απόλυτος ρομαντικός ήρωας αντιδρά στην καταστροφή του έρωτά του περνώντας οριστικά στην απέναντι όχθη, αυτή της συναισθηματικής ακαμψίας και απονεύρωσης. Απαρνείται κάθε μελλοντικό συναισθηματικό άνοιγμα, γιατί έχει πάψει να ζει στο παρόν αναγνωρίζοντας τη μοναδικότητα και τη μη επαναληψιμότητα του παρελθόντος, έχοντας μετατραπεί σε ένα νεκροζώντανο με μοναδικό στόχο τον όλεθρο. Τίποτα δεν φαντάζει ικανό να τον κάνει να αλλάξει ρότα, η αγάπη για τη ζωή έχει ριζικά και αμετάκλητα υποκατασταθεί από τη δίψα για το αίμα, μετατρέποντάς τον σε ένα δαιμονικό golem του θανάτου.

Σπάνιο συνταίριασμα υλικού και σκηνοθέτη, ο Τιμ Μπάρτον, απαλλαγμένος από τις ασύμβατες με τις αναζητήσεις του επιταγές του PG, αφήνει ελεύθερες τις σκοτεινές ροπές αυτού του γοτθικής σύλληψης μιούζικαλ στην μακάβρια ολοκλήρωσή τους. Ωριμότερος από ποτέ αφηγηματικά, κλιμακώνει σταδιακά τη δράση επενδύοντάς την με μια υπέροχα στυλιζαρισμένη σκηνοθεσία, αξιοποιώντας στο έπακρο τα μοναδικής ζοφερότητας στοιχεία του υλικού του. Η μουσική και τα τραγούδια είναι απόλυτα ενταγμένα στη πλοκή, οι ερμηνευτές δίνουν ρεσιτάλ, η μουσικότητα της σκηνοθεσίας του Burton άπταιστη. Ένα θαυμάσιο γοτθικό μιούζικαλ, μια κατάμαυρη παρακαταθήκη πάνω στις συνέπειες της απώλειας του έρωτα, ένα κοινωνικό σχόλιο πάνω στην αυτοκαταστροφικότητα μιας θεμελιακά άδικης κοινωνίας που καταλήγει να τρώει τα σπλάχνα της και ένα από τα δυνατότερα φινάλε των τελευταίων χρόνων. Μια αισθητική απόλαυση.

(στην Μ για ομαλή προσγείωση)

25/2/08

No Country for Old Men

(No Country for Old Men, Σκην Joel and Ethan Coen, 2007)
Μετά από τις δύο χειρότερες ταινίες της καριέρας τους, οι αδελφοί Coen επανήλθαν δριμύτεροι με μια ταινία που αποτελεί ταυτόχρονα δημιουργική επανασύνθεση και επέκταση της προβληματικής του Fargo. Η μυθιστορία είναι απλή: Ένας κυνηγός βρίσκει τυχαία μια βαλίτσα με δύο εκατομμύρια δολάρια προερχόμενα από μια αγοραπωλησία ναρκωτικών που κατέληξε σε μακελειό σε μια ερημική τοποθεσία κάπου στο Τέξας και γίνεται στόχος ενός αδίστακτου ψυχοπαθή δολοφόνου που τον καταδιώκει ανελέητα όπως η γάτα το ποντίκι.

Οι τρεις κεντρικοί ήρωες είναι γνώριμοι θαμώνες του Κοενικού σύμπαντος. Ο κυνηγός είναι ο τυπικός low-lifer, ένας loser που ζει σε ένα τροχόσπιτο στο κοινωνικό περιθώριο μέχρι που η τύχη θα τον φέρει αντιμέτωπο με τα κελεύσματα του αμερικάνικου ονείρου. Αφελής, άπληστος, ακοινώνητος, αλλά και επίμονος, πολυμήχανος με αταβιστικό ένστικο επιβίωσης που τον αναβαθμίζει από προηγουμένους εκπροσώπους της ανθρώπινης βλακείας, βρίσκεται ένα σκαλί χαμηλότερα στην αμοραλιστική κλίμακα από τον δίωκτη του, τον ανεπανάληπτο Chigurn (ένας εκπληκτικός Javier Bardem). Ο Chigurn έχει απεμπολίσει προ πολλού την αναγκαιότητα ανθρωπίνων σχέσεων πέρα από την απαραίτητη χρηστική λειτουργικότητά τους. Είναι υπεράνω αυτών και αντιμετωπίζει κάθε μορφή ζωής με απόλυτη περιφρόνηση. Δεν είναι τυχαίο ότι εξοντώνει τα θύματά του με όπλο που χρησιμοποιείται για την εξόντωση γελαδιών (ιδιοφυές σεναριακό εύρημα). Ως απόλυτος μηδενιστής δεν πρεσβεύει καμία αξία πέρα από αυτή της επιβίωσης που αναπόφευκτα, ελλείψει κανονιστικών σχέσεων, εδράζεται στην τυχαιότητα (εξ' ου και το στρίψιμο του νομίσματος που θα κρίνει την τύχη του υποψηφίου θυματός του). Είναι μια σχεδόν υπερφυσική, άτρωτη φιγούρα, ο εκπρόσωπος της περιρρέουσας βίας, μια εύγλωττη και ευφυέστερη εκδοχή του αμίλητου κακού στο Fargo. Ο χαρακτήρας της αστυνομικίνας του Fargo, που αποτελούσε και το ηθικό πυρήνα της ταινίας, βρίσκει τον αντίστοιχό του σε αυτο του χαρακτήρα του Tommy Lee Jones. Ωστόσο, η κατάληξη και ο τόνος της ταινίας εδώ είναι σαφώς πιο σκοτεινός και απαισιόδοξος. Ο εκπρόσωπος των παλιών αξιών παρακολουθεί παροπλισμένος και κουρασμένος το αχαλίνωτο γαϊτανάκι της βίας από θέση θεατή. Οι "αντίπαλοι" τον έχουν υπερκεράσει και ο ίδιος αδυνατεί να αλλάξει την αρτι παγιωθείσα κατάσταση των πραγμάτων.

Το κατάμαυρο αυτό σχόλιο πάνω στη σύγχρονη κοινωνία πραγματώνεται μέσω μιας εκπληκτικής σκηνοθετικής δεξιοτεχνίας. Οι Κοέν αποτυπώνουν μοναδικά την ράθυμη ατμόσφαιρα του αμερικάνικου νότου που διαταράσσεται από φρενήρεις σκηνές θαυμάσια ενορχηστρωμένης καταδίωξης. Έχοντας απόλυτα έλεγχο του υλικού τους και των εκφραστικών τους μέσων, μπορούν αβίαστα να τρενάρουν τη δράση παρεμβάλλοντας θαυμάσιες διαλογικές σκηνές μεταξύ των ανήμπορων εκπροσωπων της παλιάς τάξης πραγμάτων. Καίρια αίσθηση της λεπτομέρειας, μερικές αξέχαστες σεκάνς (όπως η αναμέτρηση του Chigurn με τον φιλήσυχο βενζινά), και εξαιρετικές ερμηνείες συνθέτουν μια από τις καλύτερες ταινίες στην φιλμογραφία των φοβερών αδελφών Κοέν.
(διαβάστε και ένα εξαιρετικό κείμενο για το Fargo από τον Ηλία εδώ )

23/2/08

Κειμενικά Ψηφιδωτά

Kατόπιν προσκλήσεως της Seven Film Gallery και του φίλτατου κρυφοθαυμαστή του Big Fish 'Ακη, λαμβάνω μέρος με ευχαρίστηση στο blogoπαιχνίδι με τους κάτωθι όρους:
1. Πιάσε το βιβλίο που βρίσκεται πιο κοντά σε σένα.
2. Άνοιξε το βιβλίο στη σελίδα 123 (αν το βιβλίο διαθέτει λιγότερες από 123 σελίδες, άφησέ το και πήγαινε στο επόμενο κοντινότερο).
3. Βρες την πέμπτη περίοδο (=από τελεία σε τελεία, αν θυμάσαι) της σελίδας.
4. Ανάρτησε τις επόμενες τρεις περιόδους (δηλ. την έκτη, την έβδομη και την όγδοη).
5. Ζήτα από πέντε ανθρώπους να κάνουν το ίδιο.

Από την στοίβα βιβλίων που βρίσκονται στο προσκεφάλι μου διαταράσσοντας τον ύπνο μου, κατέληξα στο λιγότερο αδιάφορο για τους επισκέπτες του παρόντος blog:
(Jonathan Cott, Conversations with Glenn Gould , University of Chicago Press, 1984)
An assistant conductor took over for the rehearsal, as well as for the extraordinary concert performance which Szell himself attended -sitting in the audience- and after which he turned to a friend, saying: "That nut's a genius."
As I recall, I had based my above-recounting of this legendary encounter between Gould and Szell on what I had thought were fairly well-remembered readings of several magazine articles that had reported on Gould's debut performance with the Cleveland Orchestra in which he played Beethoven's Second Piano Concerto -though I later realized that I had confused that 1957 performance with a radio broadcast I had heard a number of years later in which Gould had played Bach's Fifth Brandenburg with the same orchestra under the direction of assistant conductor Louis Lane.
A week after the first part of the interview had appeared, I received a telephone call from Gould, in which he thanked me for the interview but wanted -for my interest- to clarify the matter concerning his much-written-about encounter with George Szell.



Ανοιχτή πρόσκληση σε όσους από τους αναγνώστες του blog δεν έχουν ήδη προσκληθεί.




Best Picture Oscar Crash

Μιας και πλησίασε η ώρα της απονομής, προσκαλώ τους αγαπητούς αναγνώστες να επιλέξουν με αξιολογική σειρά τις επιλογές τους για το Όσκαρ καλύτερης ταινίας. Η πρώτη ταινία λαμβάνει 5 βαθμούς, η δεύτερη 4 κοκ. Αυτονόητη προϋπόθεση συμμετοχής είναι η θέαση και των 5 ταινιών.
Θυμίζω ότι οι υποψήφιες για το Όσκαρ καλύτερης ταινίας είναι οι:
Atonement
Juno
Michael Clayton
No Country For Old Men
There Will Be Blood

Επειδή ελέω διανομής θα χρειαστούν μήνες για να προβληθούν όλες οι ταινίες των βασικών κατηγοριών στις αίθουσες, περιορίζομαι μόνο σε αυτήν την κατηγορία που φέτος ευτύχησε να περιλαμβάνει δύο από τις καλύτερες ταινίες των τελευταίων ετών. Η κάλπη θα μείνει ανοιχτή να ανοίξουν και οι Coen στις ελληνικές αίθουσες. Περιμένω όπως πάντα με ιδιαίτερη χαρά τα σχόλιά σας.

17/2/08

Τhere Will Be Blood

(There Will Be Blood, Σκην Paul Thomas Anderson, 2007)
Η ταινία του Paul Thomas Anderson ξεκινάει από μια συγκεκριμένη κοινωνική πραγματικότητα για να καταλήξει στην άβυσσο του Εγώ. Ο ήρωας από πλάνητας μεταλλωρύχος μετατρέπεται σταδιακά σε μεγιστάνα του πετρελαίου μετά από συνδυασμό σκληρής δουλειάς, επιχειρηματικής διορατικότητας, ολοκληρωτικής αφοσίωσης, πονηρίας και συναισθηματικής ακαμψίας. Δεν συνάπτει προσωπικές σχέσεις παρά μόνο όταν αυτές είναι απαραίτητες για τα επιχειρηματικά του σχέδια, ο πολλαπλασιασμός του πλούτου αποτελεί αυτοσκοπό που δεν έχει πέρας, καθώς δεν τον απασχολεί μονο η εδραίωση της αυτοκρατορίας του, αλλά και η μοναδικότητά της. Ως γνήσιος εκφραστής του καπιταλιστικού πνεύματος αντιλαμβάνεται ότι στην οικονομία σημασία έχουν τα σχετικά μεγέθη και όχι τα απόλυτα, οπότε η πραγματική ισχύς του είναι άμεσα συνυφασμένη με την καχεξία της ισχύος των άλλων και ταυτόχρονα στόχος του δεν μπορεί παρά να είναι η απoδυνάμωση των υπολοίπων. Ο βασικός του αντίπαλος, ωστόσο, δεν προέρχεται από τον επιχειρηματικό χώρο, αλλά από τον ιδεολογικό, αυτό της θρησκείας. Και οι δύο επιδιώκουν την πρωτοκαθεδρία στους χώρους τους για καθαρά εγωιστικούς λόγους και μη μπορώντας να αναμετρηθούν άμεσα, εφευρίσκουν διάφορες αφορμές και ευκαιρίες αλληλοταπείνωσης που υποθάλπτουν παράλληλα μια βαθύτατη αλληλοεξάρτηση ( από την εποχή του Max Weber είναι διαπιστωμένη η στενή σχέση ασκητικού προτεσταντισμού και καπιταλισμού). Θρησκεία και καπιταλισμός, δύο άσπονδοι φίλοι, αποτελούν μια κεντρική συνιστώσα της ταινίας του Anderson.

Μια άκρως αποκαλυπτική παράμετρος της ζωής του ήρωα είναι η απουσία μεγάλης οικογένειας. Έχει έναν θετό γιο τον οποίο ολοφάνερα αγαπάει αρχικά, ωστόσο όλο και περισσότερο απομακρύνεται από αυτόν με τον πολλαπλασιασμό του πλούτου του. Η προϊούσα συναισθηματική απονεύρωση του ήρωα, ενδεχομένως απαραίτητη για την ραγδαία ανοδό του, δεν του δημιούργησε την ανάγκη μεταβίβασης της αυτοκρατορίας του για να διαιωνίσει τρόπον τινά το εγώ του μέσω γονιδίων στις επόμενες γενιές. Δεν τρέφει τέτοιες αυταπάτες, αναγνωρίζει εκ βαθέων την μοναδικότητα του Εαυτού του και όλα συντελούνται για την ικανοποίηση μιας αρχέγονης ναρκισσιστικής ορμής που δεν έχει ανάγκη να περάσει στις επόμενες γενεές για να επιτευχθεί.

Ο Paul Thomas Anderson επιλέγει αρχικά μια ευθυτενή και στέρεη αφηγηματικότητα που άψογα τοποθετεί τα κεντρικά πρόσωπα στο κοινωνικό τους πλαισίο, διατηρώντας συνάμα μια ασκητικότητα και μια λιτότητα που υπενθυμίζει ότι δεν πρόκειται περί έπους παρά μια κατάβασης σε μια ψυχική καταβόθρα. Με το πέρασμα του χρόνου, η γραφή του Αnderson γίνεται όλο και πιο αφαιρετική για να καταλήξει σε ένα μεγαλειωδώς συμβολικό φινάλε. Οι περισσότερες σκηνές έχουν συμβολική και αφηγηματική λειτουργία , πράγμα σπάνιο για αμερικάνικη ταινία τέτοιου προϋπολογισμού, η αντιστικτική μουσική του Johnny Greenwood συμπληρώνει ευρηματικότατα τη μοντέρνα φόρμα, όλοι οι πρωταγωνιστές είναι εξαιρετικοί με προεξάρχοντα τον τεράστιο Daniel Day Lewis που δίνει την τελειότερη και τη δυσκολότερη ερμηνεία της λαμπρής καριέρας του. Ένα ατόφιο πολυπρισματικό αριστούργημα από το σημαντικότερο αμερικάνο σκηνοθέτη των τελευταίων εικοσιπέντε χρόνων, έναν άνθρωπο που προσπαθεί να διευρύνει την κινηματογραφική γλώσσα δίχως να πέσει στην παγίδα της εξυπνακίστικής διακειμενικότητας.

Σημείωση: Η ταινία είναι αφιερωμένη στον μέντορα του σκηνοθέτη, τον μεγάλο Robert Altman (1925-2006).

(της Κ που (Τό)(μας) έφτυσε)

15/2/08

Le Feu Follet

(Le Feu Follet, Σκην Louis Malle, 1963)
Η ταινία ιχνηλατεί με μια κλινική ακρίβεια τις δύο τελευταίες ημέρες ενός απελπισμένου ανθρώπου. Πρόκειται για έναν πρώην Παρισιάνο δανδή, εν διαστάση με τη γυναίκα του εξαιτίας του αλκοολισμού του, που βγαίνοντας από την κλινική αποτοξίνωσης δεν βρίσκει κανέναν ουσιαστικό λόγο να συνεχίσει τη ζωή του στην κοινωνία. Αν και έχει ήδη λάβει την απόφασή του, δίνει μια τελευταία ευκαρία στον εαυτό του μήπως και καταφέρει να συνάψει μια ουσιώδη σχέση με τον αστικό κοινωνικό του κύκλο, ο οποίος απαρτίζεται από παλιούς φίλους και πρώην ερωμένες. Πρόκειται για μια τελική κραυγή βοηθείας, ή για έναν τελικό αποχαιρετισμό σε έναν τρόπο ζωής που τον βρίσκει άσκοπο, ρηχό και ψεύτικο;

O πολύμορφος Louis Malle σκηνοθετεί υποδειγματικά την εσωτερική πορεία του ήρωα, αποφεύγοντας εύκολους συναισθηματισμούς και απλοϊκές ερμηνείες. Η αγωνία του ήρωα είναι ομοούσια της υπαρξής του και δεν άπτεται συγκεκριμένων καταστάσεων και απογοητεύσεων. Πρόκειται για το υπαρξιακό αδιέξοδο που εκπορεύεται κατά κύριον λόγο από την άρνηση οποιουδήποτε συμβιβασμού με το παράλογο της ύπαρξης. Ο Μalle με σοφή χρήση των εκφραστικών του μέσων (μοντάζ, καδράρισμα, χρήση ήχου) και πλαισιωμένος από τον εκπληκτικό Μaurice Ronet δίνει το αριστούργημά του. Το συγκλονιστικό πορτρέτο ενός ανθρώπου που περάσε όλη του τη ζωή περιμένοντας κάτι που δεν ερχόταν μέχρι να συνειδητοποιήσει τελικά ότι αυτό δεν αξίζει την αναμονή και ότι ο θάνατος αποτελεί λύση.

12/2/08

Die Fälscher

(Die Fälscher, Σκην Stefan Ruzowitzky, 2007)
Άγνωστο το τι διανομή θα συναντήσει η ταινία αυτή, ελπίζω ότι η υποψηφιότητά της για το αλήστου αυθαιρεσίας όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας θα την βοηθήσει να έχει μια ελάχιστη εμπορική τύχη. Πρόκειται για την αληθινή ιστορία μιας ομάδας εβραίων γραφίστων που επιλέγονται από τους Ναζί και αποκτούν προνομιούχα μεταχείριση σε σχέση με τους υπόλοιπους συγκρατουμένους τους προκειμένου να πλαστογραφήσουν με επιστημονική ακρίβεια την αγγλική λίρα αρχικά και το δολάριο στη συνέχεια. Η επιτυχία ενός τέτοιου σχεδίου μπορεί να εκφέρει την αποδυνάμωση έως δυνητική καταστροφή των αντίστοιχων οικονομιών διαμέσου της αλόγιστης διοχέτευσής των πλαστών χαρτονομισμάτων στην διεθνή οικονομία από τις ναζιστικές αρχές. Κατά συνέπεια, η έκβαση του πολέμου και κυρίως η διάρκειά του, αν δεχτούμε ότι η ήττα του άξονα ήταν θέμα χρόνου μετά το φίασκο της ρωσικής εισβολής, θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την επιτυχία του σχεδίου.

Οι "Παραχαράκτες", όπως είναι και ο τίτλος της ταινίας, βρίσκονται μπροστά σε ένα αδιέξοδο δίλημμα. Είτε συμβάλλουν στην επίτευξη του σχεδίου δίνοντας τον καλύτερο τους εαυτό καθώς μεταξύ τους βρίσκονται και μύστες του επαγγέλματος, όπως ο ήρωας της ταινίας, είτε σαμποτάρουν την επιχείρηση με αποτέλεσμα την απώλεια των προνομίων τους και την σχεδόν βέβαιη εξόντωσή τους. Πρόσκαιρη επιβίωση ή μακροπρόθεσμη δικαίωση έστω και μετά θάνατον; Πολύ ενδιαφέρον το θέμα της ταινίας και συναντά μια εξίσου αποτελεσματική κινηματογράφιση. Σχεδόν όλη η δράση διαδραματίζεται στους κλειστούς χώρους του στρατοπέδου συγκέντρωσης, όπου με λιτή χαρακτηρολογική ευκρίνεια σκιαγράφονται εκπρόσωποι και των δύο στάσεων και οι μεταξύ τους συγκρούσεις αποφεύγουν τις παγίδες της σχηματικότητας. Η απεικόνιση του μικρόκοσμου φέρνει στη μνήμη το Stalag 17 και αναπαρίσταται παρομοίως ένα ευρύ φάσμα ανθρωπίνων αντιδράσεων υπό εξαιρετικά δυσμενείς καταστάσεις, όπου τα προσωπεία θα πέσουν και η ουσία του εκάστοτε χαρακτήρα θα βγει στην επιφάνεια. Στην επιτυχία του εγχειρήματος καθοριστική συμβολή έχουν οι εξαιρετικές ερμηνείες, ιδιαίτερα από τον πρωταγωνιστή Karl Markovics, στο πρόσωπο του οποίου είναι ανάγλυφες οι πλείστες απογοητεύσεις μιας ταραγμένης διαδρομής.

5/2/08

Atonement

(Atonement, Σκην. Joe Wright, 2007)
Οι ολέθριες συνέπειες ενός ψέματος στον έρωτα δύο ανθρώπων αποτελεί το κεντρικό θέμα της ταινίας του Joe Wright, o οποίος χωρίζει την ταινία σε τρεις διακριτές ενότητες. Το πρώτο μέρος που εκτυλίσσεται προπολεμικά σε μια αγγλική έπαυλη κατά τη διάρκεια μιας καλοκαιρινής ημέρας είναι και το πιο συμπαγές της ταινίας. Η ερωτοτροπία του ταπεινής καταγωγής ήρωα με την αριστροκρατικής καταγωγής αδελφή της δεκατριάχρονης Briony παρερμηνεύεται από την τελευταία που για λόγους ταξικής περιφρόνησης, πουριτανικής ανατροφής και ερωτικής αντιζηλείας συμβάλλει στον εξοστρακισμό του ήρωα από την υψηλή κοινωνία και στην καταδίκη του για ένα αδίκημα για το οποίο υπέυθυνο είναι ένα ευυπόληπτο μέλος της κλειστής αυτής κάστας. Ο Wright αναπτύσσει με παλμό και κάποια σπιρτάδα τις τροχιές των ηρώων, εναλλάσσοντας τις οπτικές τους γωνίες και αξιοποιώντας την παραδόξως καλή χημεία μεταξύ της ατάλαντης Keira Knightley και του πολύ καλού James McAvoy.
Λιγότερο πετυχημένη είναι η συνέχεια όπου οι πρωταγωνιστές ακολουθούν τις ξεχωριστές τους διαδρομές. Ο ήρωας προκειμένου να γλυτώσει από τη φυλακή καταλήγει στο γαλλικό μέτωπο όπου η ταινία αναλώνεται σε κλισαρισμένες εικόνες φρίκης και χάους που αποτυγχάνουν να ενταχθούν υφολογικά στο πλαίσιο της ιστορίας (κάτι που δεν συνέβαινε με το παρεμφερές θεματικά Cold Mountain) και που αντιμετωπίζονται ως αφορμή για επίδειξη άσκοπης δεξιοτεχνίας (το tableau vivant μονόπλανο που ελάχιστη σχέση έχει με τον κορμό της ιστορίας). Παράλληλα οι δύο αδελφές, αποξενωμένες πλέον, εργάζονται ως νοσοκόμες στο Λονδίνο με την μικρότερη να έχει κατανοήσει το λάθος της και να αναζητεί την εξιλέωση. Το σκέλος αυτό της ιστορίας αντιμετωπίζεται αρκετά πεζά και περιγραφικά από το σκηνοθέτη, χωρίς ιδιαίτερο βάθος και δύναμη με αποτέλεσμα η μετάθεση του κέντρου βάρους της ταινίας από αυτό του ανολοκλήρωτου έρωτα σε αυτό της εξιλέωσης να αποδυναμώνει την αφήγηση και να καθιστά το αποτέλεσμα ανισοβαρές και ανολοκλήρωτο. Η ενδιαφέρουσα απόπειρα απεικόνισης της διάστασης μυθιστορίας και πραγματικότητας και του αμφιλεγόμενα λυτρωτικού ρόλου της πρώτης δεν βρίσκει την αντίστοιχη κινηματογραφική υποστήριξη (όπως στο αριστουργηματικό Providence του Alain Resnais) με αποτέλεσμα να μένει κάπως μετέωρη. Εν τέλει πρόκειται για μια ευπρεπή συνάθροιση καλοστημένων σκηνών που οδηγούν, ωστόσο, σε ένα άνισο αποτέλεσμα.

29/1/08

American Gangster

(American Gangster, Σκην Ridley Scott, 2007)
Το χρονικό της ανόδου και της πτώσης ενός αφροαμερικανού μεγαλέμπορου ναρκωτικών από τα τέλη της δεκαετίας του 60 μέχρι τα μέσα περίπου του 70 είναι το θέμα της τελευταίας ταινίας του ακαταπόνητου επαγγελματία Ridley Scott. Ο Scott πρόκειται για χαρακτηριστική περίπτωση σκηνοθέτη που είναι δέσμιος του υλικού που διαθέτει στα χέρια του. Ουδέποτε έχει καταφέρει να υπερβεί τις εγγενείς αδυναμίες ενός μέτριου ή κακού σεναρίου (π.χ. τα τραγικά G.I. Jane, 1492, Hannibal κλπ), αλλά και σπανίως έχει καταστρέψει ένα δυνατό θέμα. Η δυνατότητα του να ελίσσεται σχεδόν σε όλα τα κινηματογραφικά είδη με την απουσία, όμως, μιας αναγνωρίσιμης προβληματικής τον φέρνει πιο κοντά από άποψη καριέρας στον Raoul Walsh ή στον Michael Curtiz, παρά στον Howard Hawks ή στον William Wyler.

Στην ταινία αυτή έχει στα χέρια του ένα αβανταδόρικο θέμα, δύο εξαιρετικούς πρωταγωνιστές ικανούς να πλάθουν στέρεους χαρακτήρες ακόμα και μέσα από τις πιο τετριμμένες και ασήμαντες καταστάσεις και ένα σενάριο με πρόσφορες σκηνές για την αποτύπωση τόσο του κλίματος της περιόδου, όσο και για ψηλάφισμα της αναδραστικής σχέσης παρανόμου-συστήματος. Ο Scott αποτυπώνει με παλμό και οπτική ευρηματικότητα τόσο την περίοδο, όσο και τους χώρους όπου κινούνται οι δύο βασικοί ήρωες. Η ιστορία ρέει αβίαστα, οι δύο κεντρικοί ρόλοι δεν στερούνται βάθους και βαρύτητας και η ιστορία δεν χάνει ούτε στιγμή το ενδιαφέρον της. Απουσιάζει, ωστόσο, μια επιπλέον διάσταση στην ταινία πέρα της περιγραφικής. Ο Scott είναι πιο εύστοχος αναφορικά με διάφορα περιφερειακά στοιχεία της ταινίας (όπως το ταξίδι στο Vietnam, η σκηνή στον αγώνα μποξ όπου το καπέλο προδίδει την ταυτότητα του ήρωα, το παράλληλο μοντάζ την ημέρα των ευχαριστιών με τον gangster του τίτλου να γευματίζει λουκούλλεια με την οικογένειά του και τον παρία δίωκτη του να τρώει μόνος ένα σάντουιτς με τόνο κλπ), παρά με τις βασικότερες υπαρξιακές και προσωπικές διαστάσεις του θεματός του. Απουσιάζει μια προσωπική σχέση του σκηνοθέτη με το υλικό του, ανάλογη με αυτή των παρεμφερών ταινιών του Scorsese, που να καταστήσει τον θεατή κοινωνό της πορείας των ηρώων και όχι απλό παρατηρητή. Στη γενικευμένη ψυχρότητα συμβάλλει και η γραφή του σκηνοθέτη που κυριαρχείται από πλάνα διαρκείας μερικών δευτερολέπτων που διαρκώς αποκλείουν την σύγκλιση κινηματογραφικού και πραγματικού χρόνου, εντείνοντας έτσι τη γενικευμένη αίσθηση περί βεβιασμένης εξιστόρησης παρά ενδελεχούς ανάπτυξης. Ως εκ τούτου ενδιαφέροντα στοιχεία που υπήρχαν εν δυνάμει στο υλικό όπως οι σχέσεις αλληλοεξάρτησης παρανομίας και καταστολής εκφέρονται τηλεγραφικά, με αποτέλεσμα η ταινία να απέχει αρκετά από τις καλύτερες ταινίες του είδους που πρεσβεύει.

25/1/08

Sleuth

(Sleuth, Σκην Kenneth Branagh, 2007)
Διασκευή του γνωστού θεατρικού έργου από τον Harold Pinter με ριζικές διαφορές από την ταινία του Joseph Mankiewicz που γυρίστηκε το 1972 με πρωταγωνιστές τους Lawrence Olivier και Michael Caine. Ο Michael Caine στην συγκεκριμένη ταινία υποδύεται τον ρόλο που είχε ο Olivier στην πρώτη, δίνοντας ένα επιπλέον ερμηνευτικό ενδιαφέρον στo έργο. Ο Pinter, ο οποίος είναι στην ουσία ο δημιουργός της ταινίας, καθώς ο Branagh έχει υποχωρήσει διακριτικά εστιαζόμενος στη διακονία του κειμένου, κρατάει από το πρωτότυπο κυρίως το βασικό σκελετό της δράσης και τις καταβολές των ηρώων. Οι διάλογοι είναι ριζικά διαφορετικοί και μαζί με τον χαρακτηριστικά πιντερικό κοφτό τρόπο εκφοράς του λόγου προκύπτει μια διαφορετική ανάγνωση των χαρακτήρων αλλά και της βασικής τους αλληλεπίδρασης. Ο φιλοπαίγμων εστέτ αριστοκράτης Lawrence Olivier έχει δώσει τη θέση του σε έναν πικρόχολο αλλά μοναχικό Michael Caine που διατηρεί σε μια πιο δηλητηριώδη μορφή το φλεγματικό χιούμορ του πρώτου (Do you know what adaptation means? ρωτάει τον Jude Law και διά στοματός του ο Pinter τον θεατή). H βασική τους σύγκρουση δεν οφείλεται στην διαφορετική ταξική τους προέλευση όπως στο πρωτότυπο, αλλά έγκειται στην ανάγκη επιβεβαίωσης της αρρενωπότητας τους διαμέσου του εξευτελισμού του άλλου. Σχέσεις εξουσίας και υποταγής που υποθάλπουνε, τουλάχιστον από την πλευρά του ενός, μια κρυμμένη ανάγκη για επικοινωνία που έχει καταντήσει περισσότερο αποδεκτό να εκφράζεται μέσω της σύγκρουσης, παρά μέσω της αλληλοκατανόησης. Ο Pinter έχει αντικαταστήσει το γοητευτικά μπαρόκ διάκοσμο της επαύλης του πρώτου μέρους με ένα ψυχρό, αποστειρωμένο και υπερτεχνολογικό οίκημα, κάτι που τονίζεται σκηνοθετικά και από τον Branagh με μια ταιριαστά συμβολική χρήση του μπλε χρώματος (το κόκκινο εισχωρεί μόνο στην σημαδιακή τελευταία σκηνή). Ο Branagh από την μεριά του δεν αφήνει να εισχωρήσει ουδεμία υποψία θεατρικότητας στην ταινία, μολονότι οι χώροι είναι πολύ πιο κλειστοφοβικοί από το πρωτότυπο.
Όλα αυτά συνθέτουν μια πολύ ενδιαφέρουσα ταινία που θα μπορούσε να σταθεί ευπρεπώς, αν και σε κάποια απόσταση, δίπλα στην πρώτη αν δεν διακατεχόταν από τέτοια ερμηνευτική ασυμμετρία. Ο γίγαντας Michael Caine κονιορτοποιεί υποκριτικά τον εξοργιστικά υπερεκτιμημένο Jude Law, ο οποίος στην κρίσιμη και ριζικά διαφορετική από το πρωτότυπο τρίτη πράξη καταφεύγει σε αξιοδάκρυτους καμποτινισμούς που τινάζουν στον αέρα ενα μέρος της δύναμης της ταινίας. Σκοπίμως δεν ανέφερα τις διαφορές του χαρακτήρα του Jude Law από το πρωτότυπο γιατί, εκτός από μια μονοδιάστατη αυταρέσκεια, δεν μπόρεσε να προσδώσει μια κάποια χαρακτηρολογική συνέπεια στο χαρακτήρα του (σε αντίθεση, ξανά, με τον Michael Caine που συναγωνιζόταν επάξια τον Olivier). Πολύ κρίμα γιατί όταν σε ένα κουαρτέτο το δεύτερο βιολί είναι φάλτσο, το τελικό αποτέλεσμα δεν μπορεί να μείνει ανεπηρέαστο.


23/1/08

The Brave One

(The Brave One, Σκην Neil Jordan, 2007)
Σχεδόν οι περισσότερες ταινίες δράσης, Χολυγουντιανές και μη, περικλείουν μια περίπτωση αυτοδικίας. Συνήθως ο ήρωας, ο εκπρόσωπος της καλού και του ηθικού στον κόσμο της ταινίας και στα μάτια των περισσοτέρων θεατών, καλείται να αντιμετωπίσει από μόνος του τον κακό και να τον εξουδετερώσει ακολουθώντας σπανίως την δικαστική ή τη θεσμική οδό. Η ηθική μιας τέτοιας πρακτικής ελάχιστες φορές αποτελεί τμήμα της προβληματικής της ταινίας, αλλά ούτε και προβληματίζει ιδιαίτερα τους θεατές που ελάχιστη ενόχληση τους προξενεί η αυτόματη θανατική καταδίκη των κακοποιών από τον Harry Callachan, τον Bruce Willis, τον Sly και άλλους άτρωτους, αυτόκλητους θεματοφύλακες της τάξης και του νόμου (;). Όταν όμως μια ταινία προσπαθεί να προβληματιστεί σοβαρά πάνω στο θέμα της αυτοδικίας και να καταγράψει την ψυχοσύνθεση του vigilante-τιμωρού, όπως αυτή η ταινία του Jordan, αντιμετωπίζεται με λοιδορία και περιφρόνηση από τους κριτικούς που αίφνης ξύπνησαν από το δικαιακό ληθαργό τους και έγιναν ευαίσθητοι πάνω σε θέματα απονομής δικαιοσύνης, κινηματογραφικής κα μη.

Η ιστορία της ταινίας είναι αρχετυπικά απλή. Η ηρωίδα δέχεται μια αδικαιολόγητη επίθεση από κάτι σαδιστικά αποβράσματα (η ταινία φροντίζει να καταστήσει σαφές το μονοσήμαντο ηθικό ποιόν τους) από την οποία επιζεί με βαρύτητα τραύματα, ενώ ο αρραβωνιαστικός της σκοτώνεται. Συνέρχεται και, παραλυμένη από τον φόβο και την απελπισία, αποφασίζει να οπλιστεί με τη βία για να αντιμετωπίσει ανάλογες καταστάσεις στο μέλλον, καταστάσεις που εμμέσως προκαλεί καθώς αρνείται να ανεχθεί πλέον την σιωπηλή παραχώρηση τμημάτων των δημοσίων χώρων κατά τη διάρκεια της νύχτας σε οιονεί εγκληματικά στοιχεία. Κυκλοφορεί λοιπόν μόνη της ελεύθερα όπου λάχει, αντιδρώντας ενστικτωδώς σε όποιον την προκαλέσει και την απειλήσει. Πρόκειται για αυτοάμυνα ή αυτοδικία; Σίγουρα η ηρωίδα δεν στοχεύει στην εξόντωση των κακοποιών στοιχείων, όπως ο Charles Bronson στο αρχιφασιστικό Death Wish, καθώς διαθέτει την αντιληπτική ικανότητα να αναλογισθεί ότι το έγκλημα είναι σύμπτωμα και όσο οι γενεσιουργές αιτίες παραμένουν αμετάβλητες, το μόνο που θα αλλάξει είναι ο τρόπος άσκησής του. Δεν δρα λοιπόν αλλά αντιδρά από ένστικτο αυτοσυντήρησης.

Ο Jordan αποτυπώνει έξοχα την εύθραστη ψυχοσύνθεση της ηρωίδας, η οποία αναγνωρίζει το αδιέξοδο στο οποίο έχει περιέλθει αντιμετωπίζοντας το μόνιμο πλέον φόβο που νιώθει αντιδρώντας βίαια σε οποιαδήποτε μελλοντική απειλή (ο παραλληλισμός που επιχειρεί ο Jordan με την ψυχοσύνθεση του αμερικάνικου έθνους είναι σαφής -υπάρχει και μια ενδεικτική σκηνή που προαπαντά στις αναμενόμενες κριτικές). Δεν δοξάζει, ούτε δικαιώνει τις πράξεις της ηρωίδας, αλλά αποτυπώνει την αναπόδραστη πραγματική τους διάσταση. Δεν την ηρωοποιεί, αφοπλίζοντας έτσι όσους προσπαθήσουν να τον κατηγορήσουν για φασισμό (που ως γνωστόν προϋποθέτει την αυθεντία και τη μοναδικότητα του ηγέτη- Führer), αλλά προσπαθεί να την κατανοήσει, διατηρώντας μια υγιή απόσταση μεταξύ των πράξεων της ηρωίδας και της ιδεολογίας της ταινίας. Παράλληλα αναπτύσσει διαλεκτικά τη σχέση της με έναν εξίσου μοναχικό εκπρόσωπου του νόμου, ο οποίος θα βρεθεί διχασμένος μεταξύ καθήκοντος, πραγματισμού και συναισθημάτων. Εξαιρετικές ερμηνείες, ατμοσφαιρική σκηνοθεσία και μια καίρια προβληματική πάνω σε ένα πραγματικό ζήτημα συνθέτουν ίσως την πιο ολοκληρωμένη ταινία που γύρισε ο Jordan επί αμερικάνικου εδάφους.

17/1/08

Beatty vs Redford

Έφτασε η ώρα της πρώτης αναμέτρησης του 08. Επιλέχθηκαν δύο σχεδόν συνομήλικες προσωπικότητες του Hollywood που έχουν παράλληλες διαδρομές μπροστά και πίσω από την κάμερα, αλλά και με συναφείς ιδεολογικές αναζητήσεις. Και οι δύο καθόλη την καριέρα τους έχουν υπηρετήσει με συνέπεια τα πολιτικά και αισθητικά τους ιδεώδη, αποτελώντας έτσι χαρακτηριστικά παραδείγματα συνειδητοποιημένων και ανήσυχων star που εργάστηκαν στο Hollywood με τους δικούς τους όρους.
Κανόνες ψηφοφορίας:
1) Μπορείτε να ψηφίσετε μέχρι 7 αγαπημένες ταινίες από όλη την φιλμογραφία και των δύο μαζί, είτε ως ηθοποιών είτε ως σκηνοθετών. Παράλληλα έχετε την δυνατότητα να ψηφίσετε μέχρι τρεις ταινίες που πιστεύετε ότι αμαυρώνουν την φιλμογραφία τους (αρνητική ψήφος). Κάθε ταινία μετράει ως μία, θετική ή αρνητική, ψήφος.
2) Ξεχωριστή κάλπη για αυτόν που προτιμάτε ως ηθοποιό.
3) Ξεχωριστή κάλπη για εκείνον που προτιμάτε ως σκηνοθέτη.

Η κάλπη θα παραμείνει ανοιχτή μέχρι να σταματήσει η διεύλευση των ψήφων. Θα χαρώ πολύ πέρα από τις ψήφους σας να διαβάσω και τις απόψεις σας και για τους δύο.

15/1/08

The Banishment

(Izgnanie, Σκην Andrei Zvyagintsev,2007)
Η ταινία του Zvyagintsev έχει ως θέμα της τις τραγικές συνέπειες της αποξένωσης σε μια οικογένεια. Ο σύζυγος είναι διαρκώς βλοσυρός και ανέκφραστα σκυθρωπός σαν να βρίσκεται σε μια κατάσταση εσωτερικής σύγκρουσης με το είναι του. Ομιλεί ελάχιστα, δεν χαμογελάει ποτέ, ουδέποτε ανοίγεται συναισθηματικά, σπανίως επικοινωνεί εγκάρδια με τους συνανθρώπους τους και κυρίως με τη γυναίκα του. Η ανθρώπινη επαφή έχει χάσει γι' αυτόν το βιωματικό της χαρακτήρα και έχει εκπέσει σε μια εκδήλωση ρουτίνας. Αποτελεί έναν αρχετυπικά αλλοτριωμένο άνθρωπο που διαισθητικά αισθανόμενος το αδιέξοδό στο οποίο έχει περιέλθει αποπειράται για αδιευκρίνιστους ή ανομολόγητους λόγους μια επιστροφή στις οικογενειακές του ρίζες, επισκεπτόμενος μετά συζύγου και τέκνων το προ πολλού εγκαταλειμμένο πατρικό του σπίτι στην εξοχή. Η αντίστιξη της ψυχρής βιομηχανικής πόλης με την πολυχρωμία της εξοχής, της οποίας η εικονογραφία παραπέμπτει στον Κήπο της Εδέμ, υποδηλώνει μια γενικευμένη αποκοπή του ανθρώπου από τη Φύση, αλλά και συνεκδοχικά από τη δική του φύση.
Η αλλαγή περιβάλλοντος ελάχιστη επίδραση έχει στην συμπεριφορά του ήρωα απέναντι στην προ καιρού παραμελημένη (έξοχη η σκηνή στο τρένο όπου η σχέση του ζεύγους συμπυκνώνεται στην αδυναμία διασταύρωσης βλεμμάτων) συζυγό του, η οποία μην μπορώντας να υποφέρει πια αυτήν την περιρρέουσα ατμόσφαιρα συναισθηματικής απονέκρωσης θα φέρει τον ήρωα προ των ευθυνών του και των επιλογών του. Κατά πόσο όμως είναι άραγε αυτός στη θέση να πάρει μια απόφαση βασισμένη σε κάποια αξιακά κριτήρια πέρα από τον ατομοκεντρισμό που πρεσβεύει ο μηδενιστής αδερφός του, ο οποίος θα είναι και ο καταλύτης για τον αφανισμό που αναφέρεται στον πρωτότυπο τίτλο της ταινίας.
O Zvyagintsev είναι ένας σπουδαίος μάστορας της κινηματογραφικής εικόνας. Είναι σε θέση να αφηγείται την ιστορία του μέσα από τη ροή εικόνων και των μεταξύ τους σχέσεων, δίχως να καταφεύγει στις ευκολίες και προφάνειες των διαλόγων (οι οποίοι, όπου υπάρχουν, είναι λακωνικοί και ουσιώδεις). Δεν θυσιάζει την πολυσημία των εικόνων του και τη θαυμαστή χρήση της ηχητικής μπάντας για τη πρόκληση προκατασκευασμένων συναισθημάτων. Η δομή του έργου είναι κλειστή και αριστοτελική, αλλά συνάμα ανοιχτή σε ερμηνείες ώστε ο θεατής να γίνει κοινωνός της δράσης και όχι παθητικός καταναλωτής της. Πλάνα σπάνιας πλαστικότητας, εξαιρετικές ερμηνείες σε δύσκολους ρόλους, ένα ευφυέστατο μετωνυμικό flashback, υπόκωφη ένταση και γνήσια τραγικότητα συνθέτουν ένα αληθινό έργο τέχνης. Με την δεύτερή του μόλις ταινία (μετά το επίσης εξαιρετικό "The Return" ) ο Zvyagintsev αναδεικνύεται σε έναν από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες της εποχής μας.



8/1/08

Daniel Day Lewis, Paul Thomas Anderson



Ωριαία συνέντευξη για την τελευταία τους ταινία ώστε να προετοιμαστούμε καλύτερα. Δεν πρόκειται περί συνήθους publicity stunt.

2/1/08

My Blueberry Nights

(My Blueberry Nights, Σκην Wong Kar-Wai, 2007)
O απαράμιλλος στυλίστας Wong Kar-Wai μεταφέρεται στην Αμερική για να αφηγηθεί με το μοναδικό του τρόπο μια ακόμη ιστορία παραλλήλων συναισθηματικών διαδρομών και ανεκπλήρωτων ονείρων. Για άλλη μια φορά κυριαρχούν τα εσωτερικά πλάνα σε άψογα κινηματογραφικά προσδιορισμένους χώρους, οι φευγάτες ματιές ανάμεσα στους χαρακτήρες (υπόδειγμα κινηματογραφικής εκφραστικής το ειδύλλιο μεταξύ Jude Law και Νοrah Jones), οι πειραματισμοί στο μοντάζ, οι ελλείψεις στην αφήγηση, η μοναδική επισήμανση αντικειμένων και η ένταξή τους στον πυρήνα της ιστορίας (εξαιρετική η ιδέα της γυάλας με τα κλειδιά που διατηρούν ζωντανό το ενδεχόμενο επανασύνδεσης, ο λογαριασμός του λαβωμένου ήρωα που αποτυπώνει τη διαδρομή του μέσα στο χρόνο, η ομώνυμη πίτα που πρέπει να υπάρχει ως παρουσία ακόμη και αν δεν την επιλέγει κανείς κοκ) κλπ. Πρόκειται για έναν μουσικό της εικόνας που καταφέρνει να μεγαλουργεί σε όλες τις κλίμακες. Εδώ έχουμε μια πιο χαμηλόφωνη ιστορία, δίχως τη δραματικότητα και τις εντάσεις των προηγουμένων δημιουργιών του, που όμως δεν παύει να αποτελεί ένα κομψοτέχνημα, μια ακαταμάχητα γοητευτική μινιατούρα. Η αναπόφευκτη διαδρομή συναισθηματικής επούλωσης της ηρωίδας διαπλέκεται έξοχα με δύο άλλες πιο αδιέξοδες και αναπόδραστα μοναχικές περιπτώσεις ούτως ώστε να αναδυθεί εκ διαθλάσεως η ελπίδα. Μια γνήσια τρυφερή και αισθαντική δημιουργία.

(Μια πολύ πιο εμπεριστατωμένη ανάλυση της ταινίας από έναν αγαπητό συνοδοιπόρο και μεγάλο λάτρη του σκηνοθέτη μπορείτε να βρείτε εδώ )


1/1/08

One Less to Go

Aντίο 07 και καλά ξεκουμπίδια. Δεν αμφιβάλλω ότι θα έχεις έναν αντάξιο διάδοχο.

28/12/07

Cassandra's Dream

(Cassandra's Dream, Σκην Woody Allen, 2007)
Μετά το ανεκδιήγητο Scoop, ο Woody σοβαρεύει ξανά και ξαναβρίσκει την προβληματική του Match Point και του Crimes and Misdemeanors, δίνοντας μια ακόμη παραλλαγή σε ένα από τα σταθερά θεματά του: αυτού της βαρύτητας των ηθικών επιλογών σε έναν κόσμο άνευ υπέρτατης διευθετικής Αρχής. Δεν πρόκειται όμως περί απλής επανάληψης των δύο προηγουμένων ταινιών, αλλά μιας εμπνευσμένης σύνθεσής τους. Ο κυνικός γιατρός Martin Landau του Crimes and Misdemeanors εκπροσωπείται στην ταινία από τον διεφθαρμένο πλαστικό (!) χειρούργο Tom Wilkinson, ο οποίος προκειμένου να σώσει το τομάρι του και να διατηρήσει την ευμάρειά του χρησιμοποιεί σαν φονικό οργανό του τον φτωχό μεν αλλά φιλόδοξο και συνεπαρμένο από τα υλιστικά ιδεώδη (αμάξια, κότερα, πισίνες, γυναίκες-τρόπαια κλπ) Εwan McGregor, ο οποίος με τη σειρά του αποτελεί το alter ego του χαρακτήρα του Jonathan Rhys Meyers από το Match Point. H λανθάνουσα ή καχεκτική συνείδηση των τελευταίων ενσαρκώνεται από έναν τρίτο χαρακτήρα, αυτόν του Colin Farrell, του οποίου οι μοιραίες ενέργειες εκπορεύονται περισσότερο από απελπισία επειδή η τύχη του τον εγκατάλειψε παρά από κάποια υπέρμετρη φιλοδοξία. Είναι ο μοναδικός αυθεντικά τραγικός χαρακτήρας της ταινίας καθώς ωθείται από τις περιστάσεις και τα τερτίπια της μοίρας σε ενέργειες ασύμβατες με την πραγματική φύση του χαρακτήρα του και ως εκ τούτου η τιμωρία του θα προέλθει εκ των έσω από τις μη εξαιρετέες Ερινύες.

Ο Woody Allen στήνει με επιμέλεια τα πιόνια στη σκακιέρα και με μεθοδικότητα διαγράφει το πλάισιο όπου θα διαμορφωθούν τα καίρια ηθικά διλήμματά και οι κρίσιμες αποφάσεις τους. Nιώθει μεγαλύτερη άνεση αυτή τη φορά στην καταγραφή του κοινωνικού περίγυρου των ηρώων, αποφεύγοντας τα διάφορα τουριστικά κλισέ που δέσποζαν στο Match Point, ενώ παράλληλα οι διάλογοι ακούγονται αυθεντικότεροι από τα χείλη των εκλεκτών του ηθοποιών (οι ερμηνείες είναι σαφώς ανώτερες του Match Point). Παράλληλα η κινηματογράφησή του εμπεριέχει αρκετά υπερτονισμένο το στοιχείο της κίνησης, τονίζοντας έτσι την ακατάπαυστη τροχιά της μοίρας και της τύχης (είναι ενδεικτικοί οι δύο πλήρεις κύκλοι που διαγράφει η κάμερα στην κρίσιμη σκηνή της πρότασης κάτω από το δέντρο). Η ασυνήθιστη για τα δεδομένα του Woody δυναμικότητα στην κινηματογράφηση ενισχύεται και από την επιλογή, για πρώτη φορά, ενός πρωτότυπου soundtrack (από τον Philip Glass). Όλα αυτά συμβάλλουν στην έξοχη αποτύπωση της ψυχολογίας των ηρώων και στις συναισθηματικές τους μεταπτώσεις. Πρόκειται γενικά για μια από τις κινηματογραφικότερες δουλειές του.

Όπως οι περισσότερες καθαρά δραματικές του ταινίες, έτσι και αυτή εδώ κλείνει άκρως απαισιόδοξα. Η εναπομείνασα ηθική συνείδηση αποδεικνύεται κατάρα και οδηγεί στην καταστροφή τα δύο όργανα, αλλά όχι τον ηθικό αυτουργό Τom Wilkinson, ο οποίος, όπως ο Martin Landau, βγαίνει αλώβητος από ολη τη διαδικασία . Η κατάκτηση της ευμάρειας στη σύγχρονη κοινωνία προϋποθέτει γέρες δόσεις αμοραλισμού και σε έναν κόσμο δίχως Θεό το βάρος των ηθικών επιλογών βαραίνει αποκλειστικά το άτομο, ένα βάρος που δύσκολα συμβιβάζεται, παρατηρεί ο Woody, με τις κυρίαρχες επιδιώξεις. Αν έλειπε ο κάπως υπερβολικός ντετερμινισμός στη δραματουργία (όπως και στο Match Point αλλά όχι στο άψογο Crimes and Misdemeanors), η ταινία σίγουρα θα είχε μια θέση ανάμεσα στις δέκα σημαντικότερες αυτού του σπουδαίου καλλιτέχνη.


26/12/07

The Mist

(The Mist, Σκην Frank Darabont, 2007)
Μια μυστηριώδης ομίχλη παγιδεύει αρκετούς κατοίκους μιας μικρής κωμόπολης σε ένα Super Market και τους φέρνει αντιμέτωπους με τον υπερφυσικό εξωτερικό εχθρό, αλλά και μεταξύ τους.
Η ταινία του Darabont ξεκινάει άκρως δυναμικά με σταδιακή κλιμάκωση της δράσης και της έντασης, λακωνική αλλά περιεκτική σκιαγράφηση χαρακτήρων, κλειστοφοβική ατμόσφαιρα και σίγουρα όλα αυτά τα στοιχεία, όντας δοσμένα με σύνεση, μεθοδικότητα και δίχως των συνήθων υπερβολών, συνθέτουν μια αποτελεσματική άσκηση ύφους πάνω στον φόβο του αγνώστου. Καθαρά ειδωμένη ως ένα αφιλόδοξο b-movie καταστροφής, η ταινία είναι αναμφίβολα επιτυχημένη και κατά τη γνώμη μου σαφώς καλύτερη από το υπερεκτιμημένο Assault on Precinct 13 του Carpenter.
O Darabont δεν θέλει όμως να δώσει απλώς μια άσκηση ύφους, αλλά στοχεύει σε κάτι πιο φιλόδοξο. Θέλει να δώσει μια μικρογραφία της Αμερικάνικης κοινωνίας δείχνοντας πως ο φόβος σταδιακά παραλύει την λογική, καθιστώντας τους άνθρωπους υποχείρια αυτοχρησμένων προφήτων και κηρύκων σκοταδιστικών λογυδρίων. Στην ταινία ο Λόγος εκπροσωπείται από τον κεντρικό ήρωα, ενώ ο παραληρηματικός μεταφυσικός φανατισμός από μια ημίτρελη Θεούσα σαν αυτές που μιαίνουν τις τηλεοπτικές συχνότητες προς άγρα τηλεθέασης. Ο πρώτος πόλος προσπαθεί πραγματιστικά να αντιμετωπίσει την προκύψασα κατάσταση, αναζητώντας τρόπους φυγής και αντίδρασης, ενώ ο δεύτερος αντιπροτείνει στην ουσία την μοιρολατρική αναμονή της τελικής κρίσεως με ενίοτε απόπειρες εξαγνισμού μέσω εξόντωσης των αμετανόητων μιασματικών απίστων, που τυγχάνει φυσικά να ανήκουν στο αντίπαλο στρατόπεδο. Η κλιμακούμενη ιδεολογική αντιπαράθεση μπορεί να δίνεται με σχηματικούς όρους και δίχως κάποια επιπλέον βαθύτερη διάσταση , εντάσσεται όμως πειστικά στην δράση της ταινίας και δίνει μια νότα κοινωνικής κριτικής στην ταινία του Darabont.
Μέχρι που έρχεται η στιγμή του φινάλε. Ο Darabont αυθαίρετα και όχι ιδιαίτερα πειστικά επιλέγει να εξοντώσει αυτούς που ρισκάροντας επιχείρησαν να αντιδράσουν στην κατάσταση παίρνοντας την τύχη στα χέρια τους και να δικαιώσει αυτούς που περίμεναν καρτερικά τη χείρα Θείας Βοηθείας καθούμενοι στα αβγά τους στο Super Market. Μετά θάνατον η θρησκόληπτη δικαιώθηκε, οι άπιστοι έφαγαν τα μούτρα τους. Και όλα αυτά δίχως κάποια σεναριακή αναγκαιότητα, ούτε καν κάποια μεταμοντέρνα μηδενιστική ειρωνεία. Ιδεολογική αδεξιότητα και ασυνέπεια, λυσσαλέα ανάγκη για σεναριακή ανατροπή ή απολογία της απάθειας και της θρησκοληψίας;

20/12/07

3:10 to Yuma

(3:10 to Yuma, Σκην Delmer Davis, 1957)
Ένας στα πρόθυρα της χρεοκοπίας rancher εξωθείται να φυλάξει έναν επικίνδυνο αρχισυμμορίτη μέχρι την άφιξη του τρένου που θα τον μεταφέρει στις φυλακές της Yuma, ενώ τα πρωτοπαλήκαρα του τελευταίου καταφθάνουν για να τον απελευθερώσουν. Η σκηνοθεσία του Davis είναι νευρώδης με καίρια αίσθηση του χώρου και του χρόνου και μεθοδικά καθοδηγεί την ταινία στην αναπόφευκτη κλιμάκωση του φινάλε. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σκιαγράφηση του χαρακτήρα του κακού που όντας πιο γήινος και συνάμα ανθρώπινος (θαυμάσια η σκηνή όπου συλλαμβάνεται επειδή αφέθηκε στη γοητεία μιας barwoman) κερδίζει την συμπάθεια του θεατή από τον σοβαρό και συνηθισμένο κεντρικό ήρωα. Εξίσου επιτυχημένη είναι και η αλληλεπίδραση των δύο όπου η απολυτότητα της συμβατικής ηθικής του ήρωα κλονίζεται από το στυγνό πραγματισμό του κακού. Μοναδική παραφωνία στο ιδιαίτερα καλοκουρδισμένο σύνολο αποτελεί η επιμονή στη χρήση διαφόρων μελοδραματικών στοιχείων, αρκετά ξένα με το είδος, τα οποία προσωποποιούνται στη γυναίκα του ήρωα, της οποίας η παρουσία διαταράσσει την επιτευχθείσα αρμονία αυτού του πλήρους ανδρικού σύμπαντος. Να ελπίσουμε ότι τέτοιες μικροατέλειες θα εκλείψουν από το φετινό remake με τους εξαιρετικούς πρωταγωνιστές σε σκηνοθεσία James Mangold (...);


16/12/07

The Ox-Bow Incident

(The Ox-Bow Incident, Σκην William Wellman, 1943)
Το χρονικό ενός λιντσαρίσματος τριών αθώων από έναν διψασμένο για αίμα όχλο αποδίδεται με τολμηρή ευθύτητα και δίχως εύκολα συναισθηματικά υποστυλώματα από αυτό το έξοχο γουέστερν. Με αψεγάδιαστη δωρικότητα μέσα σε 75 λεπτά αποτυπώνεται στην εντέλεια ο μικρόκοσμος μιας μικρής πόλης με τους παρορμητικούς νταήδες, τους θρασύδειλους ψευτοπαληκαράδες που δρούνε μόνο πίσω από την ανωνυμία που τους εξασφαλίζει ο όχλος, τους αρχομανείς που αδράχνουν την παραμικρή ευκαιρία να εκφράσουν τον λανθάνοντα σαδισμό τους, αλλά και αυτούς που, έχοντας μια αίσθηση του δικαίου πέρα από τα ορμέμφυτά τους ένστικτα, προσπαθούν να σταθούν, ως η φωνή της σύνεσης και της λογικής, έναντι στη λυσσαλέα ορμή της μάζας. Ο Wellman, θαρραλέα πράττοντας για τα δεδομένα της εποχής, δεν καταφεύγει στην εύκολη συναισθηματική κάθαρση, ούτε ταυτίζει τον πρωταγωνιστή Henry Fonda μονοσήμαντα με την πλευρά του δικαίου και του καλού. Ο κεντρικός χαρακτήρας εκφράζει τον μέσο άνθρωπο που αθέλητα θα βρεθεί σε έναν ανεμοστρόβιλο γεγονότων και θα παλινδρομήσει αρκετά μέχρι να πάρει μια σαφή θέση που εκφράζει τις ενδότερες ηθικές αρχές του. Αφήγηση σπάνιας πυκνότητας και δραματουργικής οικονομίας, εικαστικές συνθέσεις και ένα τολμηρό κατηγορώ για τον καθημερινό υποθάλποντα φασισμό (η ταινία γυρίστηκε μεσούντος του Πολέμου και οι αντιστοιχίες με πρακτικές των Ναζί είναι σίγουρα εσκεμμένες) συνθέτουν ένα από τα καλύτερα γουέστερν της περίοδου και το οποίο παραμένει αδίκως σχετικά ξεχασμένο.

Profile