Αρχικά ξεκίνησε ως χώρος για "Αταξινόμητες σκέψεις για διάφορα επίκαιρα και μη ζήτηματα" για να καταλήξει τελικά σε cine-blog του οποίου όλα τα post, πρόσφατα και μη, είναι διαρκώς ανοιχτά και δεκτικά σχολίων. Be my guest!

21/4/08

Le Renard et L'Enfant

(Le Renard et L'Enfant, Σκην Luc Jacquet, 2007)
Η ταινία του Jacquet αφηγείται τη σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα σε ένα δεκάχρονο κορίτσι και μια αλεπού. O Jacquet αποφεύγει τις παγίδες που υποβόσκουν σε ένα επιρρεπές σε εύκολους μελοδραματισμούς θέμα υιοθετώντας τις παρακάτω επιλογές:

α) Τα μόνο πρόσωπα της ταινίας είναι αυτά του τίτλου. Απουσιάζουν οι συνήθως οχληρά υστερικοί γονείς των οποίων ο κατασταλαγμένος συντηρητισμός και η ανικανότητα επαφής με τη φύση προσφέρει ένα προφανές δραματικό αντίβαρο. Ο Jacquet εξαφανίζει μεν τους ενήλικες, όχι όμως και τις αξίες που αυτοί πρεσβεύουν και που αναπόφευκτα έχουν σε κάποιο βαθμό περάσει στο μικρό κορίτσι. Ως εκ τούτου η δραματική κορύφωση του φινάλε έρχεται σχετικά απρόσμενα αλλά ταυτόχρονα και σχεδόν νομοτελειακά.

β) Η δεσπόζουσα ατμόσφαιρα παραπέμπει σε αρχετυπικά παιδικά παραμύθια με την αντίστοιχη αφήγηση και τις μαγευτικά υποβλητικές εικόνες της παρθένας φύσης. Αποφεύγεται ωστόσο ο ανθρωπομορφισμός των ζώων που καταλύει κάθε αξίωση ρεαλιστικότητας και παράλληλα διαγράφεται η διαρκώς εγκυμονούσα ανθρώπινη καταστρεπτικότητα. Είναι σημαντικό ότι ο σκηνοθέτης απέφυγε όσο ήταν δυνατό την χρήση ψηφιακών εφέ χρησιμοποιώντας δέκα διαφορετικές αλεπούδες με αποτέλεσμα την ενίσχυση της αληθοφάνειας της ταινίας.

Οι παραπάνω επιλογές σε συνδυασμό με την θαυμαστή δουλειά σε τεχνικό επίπεδο συμβάλλουν καθοριστικά στην επιτυχία της ταινίας που πέρα από το οικολογικό της μήνυμα αποτελεί και μια ουσιαστική κατάθεση πάνω στα αίτια της αμήχανης και καταστροφικής σχέσης του σύγχρονου ανθρώπου με τη φύση. Η ταινία φέρνει στο μυαλό το The Black Stallion του Carroll Ballard και σίγουρα αποτελεί μια από τις αξιολογότερες ταινίες αυτού του είδους.


6/4/08

The Big Sellout

(The Big Sellout, Σκην Florian Opitz, 2007)

Το εξαιρετικά επίκαιρο γερμανικό ντοκιμαντέρ με τον ενδεικτικό τίτλο "Το Μεγάλο Ξεπούλημα" καταπιάνεται με τις συνέπειες της ασύδοτης και ασύστολης ιδιωτικοποίησης βασικών κοινωνικών αγαθών που από τη σφαίρα του δημόσιου και του κοινωφελούς μεταβαίνουν σ' αυτή του ιδιωτικού και του εμπορευματοποιήσιμου. Οι βασικές ενότητες που απαρτίζουν την αφήγηση εστιάζουν στις συνέπειες που έχει ένας τέτοιος μετασχηματισμός στο κοινωνικό σύνολο μέσα από τέσσερις χαρακτηριστικές περιπτώσεις:
α) Την ιδιωτικοποίηση της εταιρείας παροχής ηλεκτρικής ενέργειας στην Νότιο Αφρική που είχε σαν αποτέλεσμα την όξυνση των ήδη τεράστιων κοινωνικών ανισοτήτων καθώς ολόκληρα χωριά-παραγκουπόλεις- τυλίχθηκαν στο σκοτάδι επειδή η αγοραστική δύναμη των κατοίκων τους ήταν αδύνατο να ανταποκριθεί στην αύξηση των τιμών. Στην αδυναμία αυτή η εταιρεία αντέδρασε με την αναμενόμενη κοινωνική αναλγησία.
β) Το φιάσκο των ιδιωτικοποιήσεων των βρετανικών σιδηροδρόμων που συνετελέσθη επί κυβερνήσεως Τζον Μέιτζορ, ολοκληρώνοντας την υπονομευτική πολιτική επί σειράς ετών της Θάτσερ. Με την πώληση του σιδηροδρομικού δικτύου σε καμιά δεκαριά διαφορετικές εταιρίες η ποιότητα των προσφερομένων υπηρεσιών έπεσε κατακόρυφα και η ελλιπής συντήρηση του δικτύου οδήγησε σε δύο από τα μεγαλύτερα και πιο πολύνεκρα σιδηροδρομικά δυστυχήματα στην ιστορία της Βρετανίας. Εταιρίες έρχονταν και παρέρχονταν με μόνο κοινό παρονομαστή τις κακές υπηρεσίες καθότι το βραχυπρόθεσμο κέρδος που αποτελεί πάγια επιδίωξη κάθε επιχείρησης και αυτό έρχεται σε άμεση αντινομία με μακροπρόθεσμα και μη άμεσα κερδοφόρα έργα συντήρησης και επέκτασης του δικτύου που είναι αναγκάια για την προσαρμογη του στα διαρκώς μεταβαλλόμενα δεδομένα.
γ) Την ιδιωτικοποίηση του συστήματος υγείας της Μαλαισίας που αποκόπτει άμεσα χιλιάδες απόρους από το δικαίωμα στη ζωή.
δ) Την πώληση της δημόσιας εταιρείας ύδρευσης μια πόλης της Βολιβίας σε μια εταιρεία αμερικανικών συμφερόντων που είχε ως άμεση συνέπεια τον τριπλασιασμό της τιμής του νερού. Η κοινωνική αντίδραση ήταν τόσο ισχυρή που οδήγησε μετά από αιματηρές συμπλοκές στην ακύρωση της συμφωνίας και της επιστροφής του ελέγχου των υδατίνων πόρων σε δημόσια χέρια.

Η ταινία μπορεί να εστιάζει κυρίως σε επιμέρους περιπτώσεις, δεν παραλείπει όμως να καταστήσει σαφή τα ιδεολογήματα που στήριξαν και καλλιεργούν τέτοιες πρακτικές και που εκπορεύουν από Διεθνείς Οργανισμούς σαν την Παγκόσμια Τράπεζα, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου. Τα έωλα και καθαρά συμφεροντολογικά επιχειρήματα υπέρ τέτοιων πρακτικών ξεπουλήματος που στοχεύουν στον σταδιακό μετασχηματισμό του "κράτους πρόνοιας" σε "αγορά πρόνοιας", με το τελευταίο να αποτελεί κάτι παραπάνω από οξύμωρο σχήμα, αναδεικνύονται σε ικανοποιητικό βαθμό από αυτό το καλογυρισμένο και καίριο ντοκιμαντέρ που αν μη τι άλλο προϊδεάζει για το τι μέλλει γενέσθαι στον επερχόμενο κοινωνικό μεσαίωνα.


2/4/08

Before the Devil Knows You're Dead

(Before the Devil Knows you're Dead, Σκην Sidney Lumet, 2007)

Ο παλαίμαχος Sidney Lumet επανέρχεται με μια ταινία που συνδυάζει δύο από τις βασικές θεματικές του έργου του: της αστυνομικής ταινίας και του οικογενειακού δράματος. Στην προκειμένη ταινία το πρώτο σκέλος αποτελεί στην ουσία την αφορμή για να ξεδιπλωθεί το δεύτερο καθότι αφορά την αποτυχημένη ληστεία ενός κοσμηματοπωλείου από τους δύο γιους των ιδιοκτητών.
O Lumet αφηγείται την ιστορία του εναλλάσσοντας την οπτική των πρωταγωνιστών στα καίρια σημεία της, καταλύοντας εν μέρει την γραμμικότητα της πλοκής και αναπτύσσοντας τους βασικούς χαρακτήρες ξεχωριστά. Ωστόσο αφηγηματική πολυπλοκότητα δεν σημαίνει απαραίτητα και δραματική. Με εξαίρεση τον χαρακτήρα που υποδύεται ο έξοχος Philip Seymour Hoffman, ένας ηθοποιός που καταφέρνει να προσδίδει βάθος ακόμη και στους πιο τετριμμένους ρόλους, οι υπόλοιποι ήρωες της ταινίας αναπτύσσονται επιγραμματικά και μονοδιάστατα (χαρακτηριστικό παράδειγμα η Marisa Tomei που υπάρχει μόνο ως σκεύος ηδονής) όντας υποταγμένοι στο γενικότερο σχήμα της επιβεβλημένης ενδοοικογενιακής σύγκρουσης που θέλει να διατρέξει το σενάριο. Από ένα σημείο και ύστερα η δραματική αληθοφάνεια υπονομεύεται προς χάρη μιας προκαθορισμένης κατάληξης που χωλαίνει δραματουργικά εξαιτίας της ελλιπούς ανάπτυξης των αιτιών που οδήγησαν στην τελική πράξη του δράματος (θα ήταν ίσως πιο ενδιαφέρον αν η εκκαθάριση του φινάλε είχε περισσότερο κοινωνικό/συμβολικό χαρακτήρα ως ο αφανισμός ενός loser που ατίμασε το πρότυπο της μεσοαστικής επιτυχίας παρά ως μια αμιγώς οικογενειακή υπόθεση). Στις αρετές της ταινίας συγκαταλέγονται η άνετη απεικόνιση του περίγυρου των ηρώων, μερικές δυνατές δραματικές σκηνές και η απουσία συμβιβαστικών και εξισορροπητικών λύσεων, ενώ στις χτυπητές αδυναμίες η επίπεδη φωτογραφία και το απαράδεκτο, όσο και παράταιρο, soundtrack.