Αρχικά ξεκίνησε ως χώρος για "Αταξινόμητες σκέψεις για διάφορα επίκαιρα και μη ζήτηματα" για να καταλήξει τελικά σε cine-blog του οποίου όλα τα post, πρόσφατα και μη, είναι διαρκώς ανοιχτά και δεκτικά σχολίων. Be my guest!

30/3/09

Two Lovers

(Two Lovers , Σκην James Gray, 2008)
Μια αυθεντική ερωτική ιστορία που έντεχνα αποφεύγει όλα τα προκατασκευασμένα σχήματα των ταινιών αυτού του είδους σκιαγράφοντας με ακρίβεια, λεπτότητα και διεισδυτικότητα τα διλήμματα του κεντρικού ήρωα. Ερασιτέχνης φωτογράφος σε μανιοκαταθλιπτική φάση εξαιτίας προσφάτου χωρισμού, παγιδευμένος από τον οικογενειακό και κοινωνικό του κύκλο σε ένα προδιαγεγραμμένο μέλλον, βρίσκει ως αφορμή, όσο και ως ελπίδα διαφυγής, τη σύναψη σχέσης με μια γυναίκα εκτός του κοινωνικού του κύκλου του. Εκείνη, συναισθηματικά ασταθής, «περπατημένη» κοσμική, επιπόλαια αυθόρμητη τον βλέπει όμως περισσότερο ως συναισθηματικό αποκούμπι, παρά ως μελλοντικό σύντροφο.

Η δύναμη της ταινίας του Gray δεν βρίσκεται τόσο στην σχετικά τετριμμένη πλοκή της, παρά στην ικανότητα του σκηνοθέτη να αποτυπώνει με αμεσότητα και ευρηματικότητα την εξέλιξη της συναισθηματικής κατάστασης των ηρώων και ιδιαίτερα του κεντρικού ήρωα. Το δίλημμα του δεν περιορίζεται απλά στην επιλογή συντρόφου, αλλά στην σύγκρουση του ασφαλούς και του οικείου με το άγνωστο και το απρόβλεπτο. Η εξαιρετική επισήμανση μικρολεπτομερειών από τον σκηνοθέτη (π.χ. η παραδοσιακή διακόσμηση του σπιτιού του ήρωα, η σκηνή στο πολυτελές εστιατόριο όπου ο ήρωας είναι εντελώς έξω από τα νερά του κ.α.) θωρακίζει την πραγματική οντότητα των καταστάσεων αποδίδοντας τους μια εξωφιλμική διαχρονικότητα και καθολικότητα. Παράλληλα ο Gray εμποτίζει την ταινία με στιγμές υπόγειας βιρτουοζιτέ, όπως η σκηνή του φινάλε με τις κινήσεις της κάμερας να υπονομεύουν την φαινομενικά θετική απόληξη, που συμβάλλουν στην ολική επιτυχία του εγχειρήματος . O Joaquin Phoenix δίνει την καλύτερη ερμηνεία της καριέρας του και ίσως την καλύτερη ερμηνεία της χρονιάς (είθε να αναθεωρήσει και να επιστρέψει στην υποκριτική), αλλά και οι υπόλοιποι ηθοποιοί αξιοποιούνται εξαιρετικά από τον σκηνοθέτη που δίνει ένα από τα πληρέστερα ερωτικά δράματα του αμερικανικού κινηματογράφου των τελευταίων ετών.

23/3/09

W.

(W. , Σκην Oliver Stone, 2008)
Μια ταινία με επίκεντρο τον χειρότερο αμερικανό πρόεδρο των τελευταίων εκατό και πλέον χρόνων δίχως την χρονική απόσταση που θα επέβαλε μια πιο σφαιρική θεώρηση της επιδραστικότητας του και του αντίκτυπου των ενεργειών όσο και των πολιτικών πρακτικών τις οποίες, σε σημαντικό βαθμό, εγκαινίασε και που ενδεχομένως θα διαρκέσουν πολύ περισσότερο από τα οκτώ χρόνια της θητείας του, αποτελεί ένα πολύ ριψοκίνδυνο τόλμημα. Ο Oliver Stone πήρε το ρίσκο της υλοποίησης φροντίζοντας, ωστόσο, να κατεβάσει τους τόνους και να μην επιδοθεί σε μια προφανή πολεμική. Εν έτει 2008 που γυρίστηκε η ταινία, ο Bush είχε το μικρότερο ποσοστό αποδοχής εν ενεργεία προέδρου από την κοινή γνώμη στην σύγχρόνη αμερικανική ιστορία, οπότε αποτελούσε πανεύκολο στόχο δίχως να τίθεται ουδένα θέμα αποκαθήλωσης (κάτι που θα μπορούσε να ισχύει στην περίπτωση του ελάχιστα ικανότερου Reagan). Ως εκ τούτου ένα πορτρέτο του Bush ως κεχηναίου κουτεντέ δεν θα παρουσίαζε κανένα δραματουργικό ενδιαφέρον. Ένα έργο τέχνης αυτοπεριορίζεται και εν τέλει αυτοαναιρείται όταν απλώς αναπαριστά το προφανές. Ο σκοπός είναι η υπέρβασή του διαμέσου μιας ολοκληρωμένης, τόσο θεματικά όσο και αισθητικά, παρεκκλίνουσας έποψης.

Ο Stone προσεγγίζει τον Βush πρωτίστως ως άνθρωπο εστιάζοντας σε διάφορα στιγμιότυπα από την μάλλον κοινότυπη ζωή του, ενώ ο πρόεδρος Bush περιορίζεται στις διασκέψεις περί Iraq με το επιτελείο του. Ο W. διαφαίνεται ως ο άσωτος γιος μιας ισχυρότατης οικογένειας που μέχρι να γίνει Πρόεδρος έχει αποτύχει, προς μεγάλη απογοήτευση του πατερναλιστή πατέρα του, σχεδόν σε ότι έχει δοκιμάσει. Αυτό τον φέρνει περισσότερο κοντά στον μέσο αμερικάνο και τελικά τον οδηγεί στην προεδρία. Μια τέτοια, όμως, πορεία δεν διερευνάται επαρκώς από την ταινία που κυρίως περιορίζεται σε μια αθροιστική καταγραφή στιγμών δίχως την ένταξη τους σε ένα ευρύτερο κοινωνικοπολιτικό και ιδεολογικό πλαίσιο. Το πολύπλοκο θέμα της πολιτισμικής σύγκρουσης της σύγχρονης αμερικής και της ιδεολογικοποίησης των κοινωνικών όσο και θρησκευτικών θεμάτων ελάχιστα διερευνάται. Απουσιάζει μια κάποια βαθύτερη διαλεκτική συσχέτιση του πολίτη W. με τον πολιτικό W. Oυσιαστικός συνδετικός κρίκος των επεισοδίων είναι η προβληματική σχέση του W. με τον θεληματικό πατέρα του και η ανάγκη αποδοχής του. Σίγουρα όχι και ο πλέον πρωτότυπος τρόπος ερμηνείας μιας πολιτικής προσωπικότητας (ο Stone είχε επιχειρήσει κάτι ανάλογο και στο Nixon χωρίς, ευτυχώς, να περιοριστεί σε αυτό) και ως ερμηνευτικό εργαλείο είναι ανευ ουσιαστικού πολιτικού ενδιαφέροντος.

Όσο και αν η ταινία αποτυγχάνει να συσχετίσει επαρκώς την προσωπικότητα του Bush με τις πολιτικές του επιλογές, η ανθρωποκεντρική της προσέγγιση δεν είναι άνευ ενδιαφέροντος. Ο υπό Josh Brolin W. αναδεικνύεται ως ένας συμπαθής loser που είναι δύσκολο να γίνει μισητός. Σαν ένας μέτριος παίκτης που συγκυριακά βρίσκεται να παίζει βασικός στην ομάδα στο πιο σημαντικό παιχνίδι της χρονιάς, η ανεπάρκειά του τον καθιστά απολύτως εξαρτημένο από τις πρωτοβουλίες και τις κινήσεις των ικανότερων συμπαικτών του. Έτσι κάπως παρουσιάζει και τον πολιτικό Bush ο Stone: ως κάποιον που άγεται και φέρεται από το ιδιοτελές επιτελείο του, μην έχοντας την γνωστική συγκρότηση να διαμορφώσει κριτήρια αποφάσεων που να αντανακλούν την πολυπλοκότητα των καταστάσεων. Αυτή η ερμηνεία του Stone δεν τον απαλλάσσει αυτόματα από την τεράστια ευθύνη που έχει για τις καταστροφικές του ενέργειες. Ως Πρόεδρος έχει ipso facto πάντα τον τελικό λόγο, η Ιστορία χαράσσεται από εκείνον.

Στυλιστικά ο Stone αποφεύγει τις μεγαλοσχημίες που χαρακτήριζαν το έργο του. Η γραφή του είναι απλή, οι συνήθως εμφανείς ακυρολεξίες του είναι λιγοστές και αρκετά συγκρατημένες, ο ρυθμός συμπαγής και ενιαίος με αποτέλεσμα η ταινία να ρέει ομαλότερα από τα προηγούμενα, περισσότερο πομπώδη έργα του (Alexander, Αny Given Sunday). Ο Stone, όμως, ιδιοσυγκρασιακά δεν είναι σκηνοθέτης του understatement και της λεπτότητας. Η όποια δύναμη των ταινιών του βρίσκεται στην ευθεία αντιπαράθεση, όχι στο υπονοούμενο ή στην ειρωνεία. Κατά συνέπεια, ένας χαλιναγωγημένος Stone αδυνατεί να ξεπεράσει τις εγγενείς αδυναμίες ενός μάλλον ανέμπνευστου σεναρίου και να δώσει μια ταινία καλύτερη από το άθροισμα των επιμέρους μερών της. Ενδιαφέρον ως εγχείρημα, αλλά ανεπαρκές ως αποτέλεσμα δεδομένης της μεγάλης ιστορικής σημασίας του βιογραφούμενου.

10/3/09

Body of Lies / The International

To κατασκοπευτικό θρίλλερ ως κινηματογραφικό είδος περνάει κρίση ταυτότητας τα τελευταία χρόνια έχοντας αφήσει προ πολλού πίσω του τις ένδοξες μέρες των The Spy Who Came In From the Cold , Τhe Parallax View , The Ipcress File ,  και ορισμένων άλλων ταινιών που συνδύαζαν μια περίτεχνα δομημένη ιντριγκα, ενίοτε ήταν αδύνατη η διαλεύκανσή της με μια μόνο θέαση, με ψυχολογική εμβάθυνση των χαρακτήρων και με ένα έμμεσο πολιτικό σχόλιο για τις πρακτικές των κέντρων εξουσίας. Τέτοια στοιχεία απουσιάζουν είτε εξολοκλήρου από τις πρόσφατες καταχωρήσεις του είδους, είτε έχουν αμβλυνθεί σε τέτοιο βαθμό που καθιστούν το τελικό αποτέλεσμα αφελές, σχηματικό και ανούσιο. Δύο πρόσφατες ταινίες του είδους, για διαφορετικούς λόγους η καθεμία, δυστυχώς επιβεβαιώνουν τον κανόνα (λαμπρή πρόσφατη εξαίρεση του οποίου αποτελεί το έξοχο Τhe Good Shepherd ).

(Body of Lies , Σκην Ridley Scott, 2008)
Εκεί που δυνητικά θα μπορούσε να προκύψει μια πολύ καίρια ταινία με θέμα τη τρέχουσα δράση των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών στη Μέση Ανατολή, τα αδιέξοδα της πολιτικής τους και το άλυτο ζήτημα της τρομοκρατίας που δεν προέρχεται μόνο ως αντίδραση στην εκμετάλλευση των δυτικών όπως ορισμένοι αφελείς μανιχαϊστές θέλουν να πιστεύουν, έχουμε μια ολοκληρωτική αποτυχία. Υπάρχουν ψήγματα τέτοιων ζητημάτων στο σενάριο, χωρίς ωστόσο να αναπτύσσονται διεξοδικά και συστηματικά. Ο ιστός είναι ανύπαρκτος, η δόμηση επεισοδιακή, τα κλισέ άφθονα (με αποκορύφωμα τη γελοία σκηνή της διάσωσης του Di Caprio και το σκεπτικό που τον οδήγησε σε αυτή την κατάσταση), η πλοκή αναληθοφανής και υπερβολική και όλα αυτά επιδεινώνονται υπό τη σκηνοθετική διεύθυνση του παραγωγικότατου μεν, ανισότατου δε Ridley Scott.

Με αφορμή την προηγούμενη ταινία του σκηνοθέτη, το American Gangster , είχα αναφέρει ότι δεν υπήρχε πλάνο με διάρκεια μεγαλύτερη των 30 δευτερολέπτων. Προφανώς κάποιος το διαμήνυσε αυτό στον Scott καθώς εδώ βάλθηκε να αφήσει ένα νέο προσωπικό ρεκόρ κατεβάζοντας τον πήχυ στα 15 δεύτερα, ίσως και λιγότερο αν και δεν προτίθεμαι να το επαληθεύσω. Δεν υπάρχει διάκριση μεταξύ κλιμακώσεων και χτισίματος στην αφήγηση, όλα ρέουν σε presto τέμπο λες και ο Scott καταδιώκεται από τους ταλιμπάν και τον Bin Laden. Χωρίς σκηνοθετική παράτηρηση, υπομονή,  κινηματογράφιση βλεμμάτων  είναι αδύνατο να σταθεί ταινία κατασκοπίας. Χαρακτήρες εμφανίζονται και εξαφανίζονται χωρίς κάποιο αντίκτυπο, οι ηθοποιοί προσπαθούν όσο μπορούν στα ελάχιστα περιθώρια που τους διατέθηκαν αλλά τελικά δεν καταφέρνουν να διασωθούν από το video game σκηνικό που έχει στήσει ο σκηνοθέτης που καταφέρνει να δώσει μια ταινία που δεν ικανοποιεί σε καμία περίπτωση τόσο όσους είχαν κάποιες αξιώσεις λόγω θέματος και cast, όσο και εκείνους που απλά ενδιαφέρονταν για ένα action movie στα χνάρια του Bourne. Σοβαρή υποψηφιότητα για την χειρότερη ταινία στην καριέρα του  Ridley Scott (αν και ο ανταγωνισμός είναι μεγάλος).


(Τhe International , Σκην Tom Tykwer, 2009)
Eξίσου επίκαιρο το θέμα με αυτό της ταινίας του Scott, αυτή τη φορά το επίκεντρο είναι τα απότοκα του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού (ή corporatism) και δη μια πολυεθνική τράπεζα, οι δραστηριότητες της οποίας έχουν ξεφύγει ακόμη και από ελαστικά πλαίσια της κείμενης νομοθεσίας που ανεμπόδιστα επιτρέπει τη διόγκωση του παρασιτικού τους ρόλου. Ως εκ τούτου ένας πράκτορας της Ιντερπόλ αρχίζει να διερευνά μυστηριώδη «ατυχήματα» προσώπων, που ήταν στα πρόθυρα να δώσουν στη δημοσιότητα ενοχοποιητικά στοιχεία για πολλές ενέργειες αυτού του οικονομικού κολοσσού, για να αντιληφθεί σύντομα ότι ο ρόλος του είναι καθαρά τυπικός και ο ίδιος εντελώς ανίσχυρος απέναντι σε ένα σύστημα που προκρίνει τα οικονομικά αντί τα ανθρώπινα μεγέθη.

Η ταινία σε κάποιο βαθμό αποτυπώνει την αδυναμία του μοναχικού ατόμου (και επέκταση της ηθικής) έναντι σε ένα αμοραλιστικό μηχανισμό που τον υπερβαίνει. Οι θεσμοί είτε είναι ανίσχυροι, είτε είναι αρωγοί της διαφθοράς και μόνη λύση φαντάζει η μεμονωμένη ατομική δράση που φυσικά έχει συνέπεια μόνο σε μικροσκοπική κλίμακα, δηλαδή σε επίπεδο προσώπων και όχι μηχανισμού που παραμένει αρραγής και πανίσχυρος . Από αυτήν την άποψη η ταινία κάθε άλλο παρά αφελής μπορεί να χαρακτηριστεί.

Ωστόσο η επιτυχία είναι μόνο μερική (αλλιώς: η αποτυχία δεν είναι ολική). Πρώτο πρόβλημα είναι ότι η συγκεκριμενοποίηση των πρακτικών της τράπεζας ωθεί την ίντριγκα σε υπερβολές που υπονομεύουν την αληθοφάνεια της σωστής καταγγελίας (εκεί που το Parallax View, για παράδειγμα, όντας πιο αφηρημένο ήταν ταυτόχρονα πολύ πιο πειστικό και εφιαλτικό). Δεύτερη αδυναμία είναι αρκετές πρόχειρες λύσεις σε επίπεδο πλοκής όπως το να πετυχαίνουν οι ήρωες έναν από τους κακούς εντελώς τυχαία σε ένα δρόμο της Νέα Υόρκης (!), βγάζοντας την δράση από το τέλμα. Τρίτη αδυναμία είναι ο διακοσμητικός ρόλος πολλών χαρακτήρων και κυρίως της Naomi Watts που, δεδομένου ότι δεν πρόκειται περί ταινίας χαρακτήρων, ο μόνος ρόλος τους στην ιστορία είναι αυτός της ενημέρωσης του θεατή για το παρασκήνιο των δρώμενων.

Ο Tykwer σίγουρα δεν αποτελεί την πιο προφανή επιλογή σκηνοθέτη για τέτοιου είδους ταινία. Ωστόσο όντας ικανός στυλίστας με ισχυρή εικονοπλαστική αντίληψη, καταφέρνει να δώσει ένα κομψό οπτικό στυλ στην ταινία δίνοντας έμφαση στην αρχιτεκτονική των χώρων. Αν και δεν καταφέρνει να δημιουργήσει μια αίσθηση απειλής και υποβολής, δίνει μια έξοχα ντεκουπαρισμένη σκηνή δεκάλεπτης συμπλοκής που, αν και λαμβάνει χώρα στη μέση, αποτελεί και το αποκορύφωμα της ταινίας. Κάπου, όμως, οι παραγωγοί διχάστηκαν μεταξύ μια σκοτεινής δημιουργίας τύπου The Parallax View και ενός κοσμοπολίτικου James Bond (έστω και στην πρόσφατη του εκδοχή) με το τελικό αποτέλεσμα να είναι άνισο, αν και σαφώς πιο ενδιαφέρον από το κάπως παρεμφερές The Interpreter .

9/3/09

Odds Against Tomorrow

(Odds Against Tomorrow , Σκην Robert Wise, 1959)
Από τους τίτλους της αρχής με τα αφηρημένα προσχέδια και την τζαζ υπόκρουση του John Lewis, ο θεατής προϊδεάζεται ότι κάτι ιδιαίτερο πρόκειται να ακολουθήσει και η συνέχεια κάθε άλλο παρά τον διαψεύδει. Μια λακούβα στο δρόμο με βρωμόνερα ως πρώτο πλάνο προϊκονομεί το θεματικό επίκεντρο της ιστορίας που βρίσκεται στο υπογάστριο της κοινωνίας. Οι τρεις ήρωες για διαφορετικούς λόγους έχουν βρεθεί στο κοινωνικό περιθώριο. Ο ένας (Ed Begley) απολύθηκε ατιμωτικά από το αστυνομικό σώμα κυρίως ως αποδιοπομπαίος τράγος, ο δέυτερος (Robert Ryan) λόγω έκρυθμου χαρακτήρα δεν έχει καταφέρει να στεριώσει μετά τον πόλεμο και ουσιαστικά συντηρείται από τη φιλενάδα του, και ο τρίτος (Harry Belafonte), ο μαύρος της παρέας, έχει περιέλθει σε προσωπικό και οικονομικό αδιέξοδο λόγω του ανεξέλεκτου πάθους του για το τζόγο. Μόνη διέξοδος από την ανέχεια και για τους τρεις είναι μια φαινομενικά απλή ληστεία που οργανώνεται από το πρώτο με την συνεπικουρία του δευτέρου και την εξαναγκασμένη συνεργία του τρίτου.

Ο Wise στήνει υποδειγματικά την πλοκή και αναπτύσσει σε εύρος φιλμικού χρόνου τους χαρακτήρες της ταινίας, προβάλλοντας τα διλήμματά τους και τις ανθρώπινες αδυναμίες τους. Δεν πρόκειται περί στυγνών εγκληματιών παρά για απελπισμένους ανθρώπους που η κοινωνία τους έχει εξοβελίσει στο περιθώριο. Μολονότι ο σκοπός είναι κοινός, η ομοψυχία δεν είναι εφικτή λόγω του αταβιστικού διαφυλετικού μίσους του δεύτερου προς τον τρίτο (η αμερικανική κοινωνία την εποχή εκείνη βρισκόταν στη μεταβατική περίοδο του απόηχου της Brown v. Board of Education ) . Τέτοια βαθιά ριζωμένα πάθη δεν συντελούν στο μετρίασμα των αντιθέσεων της αμερικανικής κοινωνίας, της οποίας ένα λεπτό μα αυθεντικό πορτρέτο αποτελεί αυτό το εξαιρετικό φιλμ νουάρ. Παρόλο που χρονικά τοποθετείται στη δύση του είδους, αποτελεί ένα από τα κορυφαία δείγματα του. Αποτελεί ένα φορμαλιστικό αριστούργημα κλασσικού αφηγηματικού κινηματογράφου με ορισμένες σκηνές ανθολογίας όπως αυτής της αναμονής των ηρώων πριν την ληστεία όπου ο Wise δίνει μάθημα εκφραστικής αξιοποίησης των λεγόμενων νεκρών χρόνων (ένας λιγότερο επιδέξιος σκηνοθέτης θα την παρέλειπε πηγαίνοντας κατευθείαν στην ληστεία). Διόλου τυχαία η ταινία έχει επηρεάσει, άμεσα ή έμμεσα, πλήθος μεταγενέστερων ταινιών από το Heat του Michael Mann μέχρι το έργο του Jean-Pierre Melville.