Αρχικά ξεκίνησε ως χώρος για "Αταξινόμητες σκέψεις για διάφορα επίκαιρα και μη ζήτηματα" για να καταλήξει τελικά σε cine-blog του οποίου όλα τα post, πρόσφατα και μη, είναι διαρκώς ανοιχτά και δεκτικά σχολίων. Be my guest!

26/2/08

Sweeney Todd: The Demon Barber of Fleet Street

(Sweeney Todd: The Demon Barber of Fleet Street, Σκην Tim Burton, 2007)
Καταρχήν σας προτρέπω να διαβάσετε τι έγραψαν για την ταινία οι αγαπητοί Άκης, Ηλίας, Αχιλλέας και Kioy.
Ο Βenjamin Barker είχε κάποτε αγαπήσει απόλυτα και ολοκληρωτικά. Ωστόσο ένας σεβάσμιος μα βαθύτατα καταχθόνιος δικαστής έστησε πλεκτάνη εναντίον του, εξορίζοντάς τον και καταστρέφοντας την οικογένειά του και τη ζωή του. Mετά από 15 χρόνια επιστρέφει ως Sweeney Todd με ένα μόνο σκοπό, τη εκδίκηση για την αδικία που του έγινε, μια εκδίκηση που ξεφεύγει από τον συγκεκριμένο υπαίτιο και επεκτείνεται σε ολόκληρη ανεξαιρέτως την κοινωνία, μια κοινωνία που θρέφει, ανέχεται και διαιωνίζει την αδικία. Ως απόλυτος ρομαντικός ήρωας αντιδρά στην καταστροφή του έρωτά του περνώντας οριστικά στην απέναντι όχθη, αυτή της συναισθηματικής ακαμψίας και απονεύρωσης. Απαρνείται κάθε μελλοντικό συναισθηματικό άνοιγμα, γιατί έχει πάψει να ζει στο παρόν αναγνωρίζοντας τη μοναδικότητα και τη μη επαναληψιμότητα του παρελθόντος, έχοντας μετατραπεί σε ένα νεκροζώντανο με μοναδικό στόχο τον όλεθρο. Τίποτα δεν φαντάζει ικανό να τον κάνει να αλλάξει ρότα, η αγάπη για τη ζωή έχει ριζικά και αμετάκλητα υποκατασταθεί από τη δίψα για το αίμα, μετατρέποντάς τον σε ένα δαιμονικό golem του θανάτου.

Σπάνιο συνταίριασμα υλικού και σκηνοθέτη, ο Τιμ Μπάρτον, απαλλαγμένος από τις ασύμβατες με τις αναζητήσεις του επιταγές του PG, αφήνει ελεύθερες τις σκοτεινές ροπές αυτού του γοτθικής σύλληψης μιούζικαλ στην μακάβρια ολοκλήρωσή τους. Ωριμότερος από ποτέ αφηγηματικά, κλιμακώνει σταδιακά τη δράση επενδύοντάς την με μια υπέροχα στυλιζαρισμένη σκηνοθεσία, αξιοποιώντας στο έπακρο τα μοναδικής ζοφερότητας στοιχεία του υλικού του. Η μουσική και τα τραγούδια είναι απόλυτα ενταγμένα στη πλοκή, οι ερμηνευτές δίνουν ρεσιτάλ, η μουσικότητα της σκηνοθεσίας του Burton άπταιστη. Ένα θαυμάσιο γοτθικό μιούζικαλ, μια κατάμαυρη παρακαταθήκη πάνω στις συνέπειες της απώλειας του έρωτα, ένα κοινωνικό σχόλιο πάνω στην αυτοκαταστροφικότητα μιας θεμελιακά άδικης κοινωνίας που καταλήγει να τρώει τα σπλάχνα της και ένα από τα δυνατότερα φινάλε των τελευταίων χρόνων. Μια αισθητική απόλαυση.

(στην Μ για ομαλή προσγείωση)

25/2/08

No Country for Old Men

(No Country for Old Men, Σκην Joel and Ethan Coen, 2007)
Μετά από τις δύο χειρότερες ταινίες της καριέρας τους, οι αδελφοί Coen επανήλθαν δριμύτεροι με μια ταινία που αποτελεί ταυτόχρονα δημιουργική επανασύνθεση και επέκταση της προβληματικής του Fargo. Η μυθιστορία είναι απλή: Ένας κυνηγός βρίσκει τυχαία μια βαλίτσα με δύο εκατομμύρια δολάρια προερχόμενα από μια αγοραπωλησία ναρκωτικών που κατέληξε σε μακελειό σε μια ερημική τοποθεσία κάπου στο Τέξας και γίνεται στόχος ενός αδίστακτου ψυχοπαθή δολοφόνου που τον καταδιώκει ανελέητα όπως η γάτα το ποντίκι.

Οι τρεις κεντρικοί ήρωες είναι γνώριμοι θαμώνες του Κοενικού σύμπαντος. Ο κυνηγός είναι ο τυπικός low-lifer, ένας loser που ζει σε ένα τροχόσπιτο στο κοινωνικό περιθώριο μέχρι που η τύχη θα τον φέρει αντιμέτωπο με τα κελεύσματα του αμερικάνικου ονείρου. Αφελής, άπληστος, ακοινώνητος, αλλά και επίμονος, πολυμήχανος με αταβιστικό ένστικο επιβίωσης που τον αναβαθμίζει από προηγουμένους εκπροσώπους της ανθρώπινης βλακείας, βρίσκεται ένα σκαλί χαμηλότερα στην αμοραλιστική κλίμακα από τον δίωκτη του, τον ανεπανάληπτο Chigurn (ένας εκπληκτικός Javier Bardem). Ο Chigurn έχει απεμπολίσει προ πολλού την αναγκαιότητα ανθρωπίνων σχέσεων πέρα από την απαραίτητη χρηστική λειτουργικότητά τους. Είναι υπεράνω αυτών και αντιμετωπίζει κάθε μορφή ζωής με απόλυτη περιφρόνηση. Δεν είναι τυχαίο ότι εξοντώνει τα θύματά του με όπλο που χρησιμοποιείται για την εξόντωση γελαδιών (ιδιοφυές σεναριακό εύρημα). Ως απόλυτος μηδενιστής δεν πρεσβεύει καμία αξία πέρα από αυτή της επιβίωσης που αναπόφευκτα, ελλείψει κανονιστικών σχέσεων, εδράζεται στην τυχαιότητα (εξ' ου και το στρίψιμο του νομίσματος που θα κρίνει την τύχη του υποψηφίου θυματός του). Είναι μια σχεδόν υπερφυσική, άτρωτη φιγούρα, ο εκπρόσωπος της περιρρέουσας βίας, μια εύγλωττη και ευφυέστερη εκδοχή του αμίλητου κακού στο Fargo. Ο χαρακτήρας της αστυνομικίνας του Fargo, που αποτελούσε και το ηθικό πυρήνα της ταινίας, βρίσκει τον αντίστοιχό του σε αυτο του χαρακτήρα του Tommy Lee Jones. Ωστόσο, η κατάληξη και ο τόνος της ταινίας εδώ είναι σαφώς πιο σκοτεινός και απαισιόδοξος. Ο εκπρόσωπος των παλιών αξιών παρακολουθεί παροπλισμένος και κουρασμένος το αχαλίνωτο γαϊτανάκι της βίας από θέση θεατή. Οι "αντίπαλοι" τον έχουν υπερκεράσει και ο ίδιος αδυνατεί να αλλάξει την αρτι παγιωθείσα κατάσταση των πραγμάτων.

Το κατάμαυρο αυτό σχόλιο πάνω στη σύγχρονη κοινωνία πραγματώνεται μέσω μιας εκπληκτικής σκηνοθετικής δεξιοτεχνίας. Οι Κοέν αποτυπώνουν μοναδικά την ράθυμη ατμόσφαιρα του αμερικάνικου νότου που διαταράσσεται από φρενήρεις σκηνές θαυμάσια ενορχηστρωμένης καταδίωξης. Έχοντας απόλυτα έλεγχο του υλικού τους και των εκφραστικών τους μέσων, μπορούν αβίαστα να τρενάρουν τη δράση παρεμβάλλοντας θαυμάσιες διαλογικές σκηνές μεταξύ των ανήμπορων εκπροσωπων της παλιάς τάξης πραγμάτων. Καίρια αίσθηση της λεπτομέρειας, μερικές αξέχαστες σεκάνς (όπως η αναμέτρηση του Chigurn με τον φιλήσυχο βενζινά), και εξαιρετικές ερμηνείες συνθέτουν μια από τις καλύτερες ταινίες στην φιλμογραφία των φοβερών αδελφών Κοέν.
(διαβάστε και ένα εξαιρετικό κείμενο για το Fargo από τον Ηλία εδώ )

23/2/08

Κειμενικά Ψηφιδωτά

Kατόπιν προσκλήσεως της Seven Film Gallery και του φίλτατου κρυφοθαυμαστή του Big Fish 'Ακη, λαμβάνω μέρος με ευχαρίστηση στο blogoπαιχνίδι με τους κάτωθι όρους:
1. Πιάσε το βιβλίο που βρίσκεται πιο κοντά σε σένα.
2. Άνοιξε το βιβλίο στη σελίδα 123 (αν το βιβλίο διαθέτει λιγότερες από 123 σελίδες, άφησέ το και πήγαινε στο επόμενο κοντινότερο).
3. Βρες την πέμπτη περίοδο (=από τελεία σε τελεία, αν θυμάσαι) της σελίδας.
4. Ανάρτησε τις επόμενες τρεις περιόδους (δηλ. την έκτη, την έβδομη και την όγδοη).
5. Ζήτα από πέντε ανθρώπους να κάνουν το ίδιο.

Από την στοίβα βιβλίων που βρίσκονται στο προσκεφάλι μου διαταράσσοντας τον ύπνο μου, κατέληξα στο λιγότερο αδιάφορο για τους επισκέπτες του παρόντος blog:
(Jonathan Cott, Conversations with Glenn Gould , University of Chicago Press, 1984)
An assistant conductor took over for the rehearsal, as well as for the extraordinary concert performance which Szell himself attended -sitting in the audience- and after which he turned to a friend, saying: "That nut's a genius."
As I recall, I had based my above-recounting of this legendary encounter between Gould and Szell on what I had thought were fairly well-remembered readings of several magazine articles that had reported on Gould's debut performance with the Cleveland Orchestra in which he played Beethoven's Second Piano Concerto -though I later realized that I had confused that 1957 performance with a radio broadcast I had heard a number of years later in which Gould had played Bach's Fifth Brandenburg with the same orchestra under the direction of assistant conductor Louis Lane.
A week after the first part of the interview had appeared, I received a telephone call from Gould, in which he thanked me for the interview but wanted -for my interest- to clarify the matter concerning his much-written-about encounter with George Szell.



Ανοιχτή πρόσκληση σε όσους από τους αναγνώστες του blog δεν έχουν ήδη προσκληθεί.




Best Picture Oscar Crash

Μιας και πλησίασε η ώρα της απονομής, προσκαλώ τους αγαπητούς αναγνώστες να επιλέξουν με αξιολογική σειρά τις επιλογές τους για το Όσκαρ καλύτερης ταινίας. Η πρώτη ταινία λαμβάνει 5 βαθμούς, η δεύτερη 4 κοκ. Αυτονόητη προϋπόθεση συμμετοχής είναι η θέαση και των 5 ταινιών.
Θυμίζω ότι οι υποψήφιες για το Όσκαρ καλύτερης ταινίας είναι οι:
Atonement
Juno
Michael Clayton
No Country For Old Men
There Will Be Blood

Επειδή ελέω διανομής θα χρειαστούν μήνες για να προβληθούν όλες οι ταινίες των βασικών κατηγοριών στις αίθουσες, περιορίζομαι μόνο σε αυτήν την κατηγορία που φέτος ευτύχησε να περιλαμβάνει δύο από τις καλύτερες ταινίες των τελευταίων ετών. Η κάλπη θα μείνει ανοιχτή να ανοίξουν και οι Coen στις ελληνικές αίθουσες. Περιμένω όπως πάντα με ιδιαίτερη χαρά τα σχόλιά σας.

17/2/08

Τhere Will Be Blood

(There Will Be Blood, Σκην Paul Thomas Anderson, 2007)
Η ταινία του Paul Thomas Anderson ξεκινάει από μια συγκεκριμένη κοινωνική πραγματικότητα για να καταλήξει στην άβυσσο του Εγώ. Ο ήρωας από πλάνητας μεταλλωρύχος μετατρέπεται σταδιακά σε μεγιστάνα του πετρελαίου μετά από συνδυασμό σκληρής δουλειάς, επιχειρηματικής διορατικότητας, ολοκληρωτικής αφοσίωσης, πονηρίας και συναισθηματικής ακαμψίας. Δεν συνάπτει προσωπικές σχέσεις παρά μόνο όταν αυτές είναι απαραίτητες για τα επιχειρηματικά του σχέδια, ο πολλαπλασιασμός του πλούτου αποτελεί αυτοσκοπό που δεν έχει πέρας, καθώς δεν τον απασχολεί μονο η εδραίωση της αυτοκρατορίας του, αλλά και η μοναδικότητά της. Ως γνήσιος εκφραστής του καπιταλιστικού πνεύματος αντιλαμβάνεται ότι στην οικονομία σημασία έχουν τα σχετικά μεγέθη και όχι τα απόλυτα, οπότε η πραγματική ισχύς του είναι άμεσα συνυφασμένη με την καχεξία της ισχύος των άλλων και ταυτόχρονα στόχος του δεν μπορεί παρά να είναι η απoδυνάμωση των υπολοίπων. Ο βασικός του αντίπαλος, ωστόσο, δεν προέρχεται από τον επιχειρηματικό χώρο, αλλά από τον ιδεολογικό, αυτό της θρησκείας. Και οι δύο επιδιώκουν την πρωτοκαθεδρία στους χώρους τους για καθαρά εγωιστικούς λόγους και μη μπορώντας να αναμετρηθούν άμεσα, εφευρίσκουν διάφορες αφορμές και ευκαιρίες αλληλοταπείνωσης που υποθάλπτουν παράλληλα μια βαθύτατη αλληλοεξάρτηση ( από την εποχή του Max Weber είναι διαπιστωμένη η στενή σχέση ασκητικού προτεσταντισμού και καπιταλισμού). Θρησκεία και καπιταλισμός, δύο άσπονδοι φίλοι, αποτελούν μια κεντρική συνιστώσα της ταινίας του Anderson.

Μια άκρως αποκαλυπτική παράμετρος της ζωής του ήρωα είναι η απουσία μεγάλης οικογένειας. Έχει έναν θετό γιο τον οποίο ολοφάνερα αγαπάει αρχικά, ωστόσο όλο και περισσότερο απομακρύνεται από αυτόν με τον πολλαπλασιασμό του πλούτου του. Η προϊούσα συναισθηματική απονεύρωση του ήρωα, ενδεχομένως απαραίτητη για την ραγδαία ανοδό του, δεν του δημιούργησε την ανάγκη μεταβίβασης της αυτοκρατορίας του για να διαιωνίσει τρόπον τινά το εγώ του μέσω γονιδίων στις επόμενες γενιές. Δεν τρέφει τέτοιες αυταπάτες, αναγνωρίζει εκ βαθέων την μοναδικότητα του Εαυτού του και όλα συντελούνται για την ικανοποίηση μιας αρχέγονης ναρκισσιστικής ορμής που δεν έχει ανάγκη να περάσει στις επόμενες γενεές για να επιτευχθεί.

Ο Paul Thomas Anderson επιλέγει αρχικά μια ευθυτενή και στέρεη αφηγηματικότητα που άψογα τοποθετεί τα κεντρικά πρόσωπα στο κοινωνικό τους πλαισίο, διατηρώντας συνάμα μια ασκητικότητα και μια λιτότητα που υπενθυμίζει ότι δεν πρόκειται περί έπους παρά μια κατάβασης σε μια ψυχική καταβόθρα. Με το πέρασμα του χρόνου, η γραφή του Αnderson γίνεται όλο και πιο αφαιρετική για να καταλήξει σε ένα μεγαλειωδώς συμβολικό φινάλε. Οι περισσότερες σκηνές έχουν συμβολική και αφηγηματική λειτουργία , πράγμα σπάνιο για αμερικάνικη ταινία τέτοιου προϋπολογισμού, η αντιστικτική μουσική του Johnny Greenwood συμπληρώνει ευρηματικότατα τη μοντέρνα φόρμα, όλοι οι πρωταγωνιστές είναι εξαιρετικοί με προεξάρχοντα τον τεράστιο Daniel Day Lewis που δίνει την τελειότερη και τη δυσκολότερη ερμηνεία της λαμπρής καριέρας του. Ένα ατόφιο πολυπρισματικό αριστούργημα από το σημαντικότερο αμερικάνο σκηνοθέτη των τελευταίων εικοσιπέντε χρόνων, έναν άνθρωπο που προσπαθεί να διευρύνει την κινηματογραφική γλώσσα δίχως να πέσει στην παγίδα της εξυπνακίστικής διακειμενικότητας.

Σημείωση: Η ταινία είναι αφιερωμένη στον μέντορα του σκηνοθέτη, τον μεγάλο Robert Altman (1925-2006).

(της Κ που (Τό)(μας) έφτυσε)

15/2/08

Le Feu Follet

(Le Feu Follet, Σκην Louis Malle, 1963)
Η ταινία ιχνηλατεί με μια κλινική ακρίβεια τις δύο τελευταίες ημέρες ενός απελπισμένου ανθρώπου. Πρόκειται για έναν πρώην Παρισιάνο δανδή, εν διαστάση με τη γυναίκα του εξαιτίας του αλκοολισμού του, που βγαίνοντας από την κλινική αποτοξίνωσης δεν βρίσκει κανέναν ουσιαστικό λόγο να συνεχίσει τη ζωή του στην κοινωνία. Αν και έχει ήδη λάβει την απόφασή του, δίνει μια τελευταία ευκαρία στον εαυτό του μήπως και καταφέρει να συνάψει μια ουσιώδη σχέση με τον αστικό κοινωνικό του κύκλο, ο οποίος απαρτίζεται από παλιούς φίλους και πρώην ερωμένες. Πρόκειται για μια τελική κραυγή βοηθείας, ή για έναν τελικό αποχαιρετισμό σε έναν τρόπο ζωής που τον βρίσκει άσκοπο, ρηχό και ψεύτικο;

O πολύμορφος Louis Malle σκηνοθετεί υποδειγματικά την εσωτερική πορεία του ήρωα, αποφεύγοντας εύκολους συναισθηματισμούς και απλοϊκές ερμηνείες. Η αγωνία του ήρωα είναι ομοούσια της υπαρξής του και δεν άπτεται συγκεκριμένων καταστάσεων και απογοητεύσεων. Πρόκειται για το υπαρξιακό αδιέξοδο που εκπορεύεται κατά κύριον λόγο από την άρνηση οποιουδήποτε συμβιβασμού με το παράλογο της ύπαρξης. Ο Μalle με σοφή χρήση των εκφραστικών του μέσων (μοντάζ, καδράρισμα, χρήση ήχου) και πλαισιωμένος από τον εκπληκτικό Μaurice Ronet δίνει το αριστούργημά του. Το συγκλονιστικό πορτρέτο ενός ανθρώπου που περάσε όλη του τη ζωή περιμένοντας κάτι που δεν ερχόταν μέχρι να συνειδητοποιήσει τελικά ότι αυτό δεν αξίζει την αναμονή και ότι ο θάνατος αποτελεί λύση.

12/2/08

Die Fälscher

(Die Fälscher, Σκην Stefan Ruzowitzky, 2007)
Άγνωστο το τι διανομή θα συναντήσει η ταινία αυτή, ελπίζω ότι η υποψηφιότητά της για το αλήστου αυθαιρεσίας όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας θα την βοηθήσει να έχει μια ελάχιστη εμπορική τύχη. Πρόκειται για την αληθινή ιστορία μιας ομάδας εβραίων γραφίστων που επιλέγονται από τους Ναζί και αποκτούν προνομιούχα μεταχείριση σε σχέση με τους υπόλοιπους συγκρατουμένους τους προκειμένου να πλαστογραφήσουν με επιστημονική ακρίβεια την αγγλική λίρα αρχικά και το δολάριο στη συνέχεια. Η επιτυχία ενός τέτοιου σχεδίου μπορεί να εκφέρει την αποδυνάμωση έως δυνητική καταστροφή των αντίστοιχων οικονομιών διαμέσου της αλόγιστης διοχέτευσής των πλαστών χαρτονομισμάτων στην διεθνή οικονομία από τις ναζιστικές αρχές. Κατά συνέπεια, η έκβαση του πολέμου και κυρίως η διάρκειά του, αν δεχτούμε ότι η ήττα του άξονα ήταν θέμα χρόνου μετά το φίασκο της ρωσικής εισβολής, θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την επιτυχία του σχεδίου.

Οι "Παραχαράκτες", όπως είναι και ο τίτλος της ταινίας, βρίσκονται μπροστά σε ένα αδιέξοδο δίλημμα. Είτε συμβάλλουν στην επίτευξη του σχεδίου δίνοντας τον καλύτερο τους εαυτό καθώς μεταξύ τους βρίσκονται και μύστες του επαγγέλματος, όπως ο ήρωας της ταινίας, είτε σαμποτάρουν την επιχείρηση με αποτέλεσμα την απώλεια των προνομίων τους και την σχεδόν βέβαιη εξόντωσή τους. Πρόσκαιρη επιβίωση ή μακροπρόθεσμη δικαίωση έστω και μετά θάνατον; Πολύ ενδιαφέρον το θέμα της ταινίας και συναντά μια εξίσου αποτελεσματική κινηματογράφιση. Σχεδόν όλη η δράση διαδραματίζεται στους κλειστούς χώρους του στρατοπέδου συγκέντρωσης, όπου με λιτή χαρακτηρολογική ευκρίνεια σκιαγράφονται εκπρόσωποι και των δύο στάσεων και οι μεταξύ τους συγκρούσεις αποφεύγουν τις παγίδες της σχηματικότητας. Η απεικόνιση του μικρόκοσμου φέρνει στη μνήμη το Stalag 17 και αναπαρίσταται παρομοίως ένα ευρύ φάσμα ανθρωπίνων αντιδράσεων υπό εξαιρετικά δυσμενείς καταστάσεις, όπου τα προσωπεία θα πέσουν και η ουσία του εκάστοτε χαρακτήρα θα βγει στην επιφάνεια. Στην επιτυχία του εγχειρήματος καθοριστική συμβολή έχουν οι εξαιρετικές ερμηνείες, ιδιαίτερα από τον πρωταγωνιστή Karl Markovics, στο πρόσωπο του οποίου είναι ανάγλυφες οι πλείστες απογοητεύσεις μιας ταραγμένης διαδρομής.

5/2/08

Atonement

(Atonement, Σκην. Joe Wright, 2007)
Οι ολέθριες συνέπειες ενός ψέματος στον έρωτα δύο ανθρώπων αποτελεί το κεντρικό θέμα της ταινίας του Joe Wright, o οποίος χωρίζει την ταινία σε τρεις διακριτές ενότητες. Το πρώτο μέρος που εκτυλίσσεται προπολεμικά σε μια αγγλική έπαυλη κατά τη διάρκεια μιας καλοκαιρινής ημέρας είναι και το πιο συμπαγές της ταινίας. Η ερωτοτροπία του ταπεινής καταγωγής ήρωα με την αριστροκρατικής καταγωγής αδελφή της δεκατριάχρονης Briony παρερμηνεύεται από την τελευταία που για λόγους ταξικής περιφρόνησης, πουριτανικής ανατροφής και ερωτικής αντιζηλείας συμβάλλει στον εξοστρακισμό του ήρωα από την υψηλή κοινωνία και στην καταδίκη του για ένα αδίκημα για το οποίο υπέυθυνο είναι ένα ευυπόληπτο μέλος της κλειστής αυτής κάστας. Ο Wright αναπτύσσει με παλμό και κάποια σπιρτάδα τις τροχιές των ηρώων, εναλλάσσοντας τις οπτικές τους γωνίες και αξιοποιώντας την παραδόξως καλή χημεία μεταξύ της ατάλαντης Keira Knightley και του πολύ καλού James McAvoy.
Λιγότερο πετυχημένη είναι η συνέχεια όπου οι πρωταγωνιστές ακολουθούν τις ξεχωριστές τους διαδρομές. Ο ήρωας προκειμένου να γλυτώσει από τη φυλακή καταλήγει στο γαλλικό μέτωπο όπου η ταινία αναλώνεται σε κλισαρισμένες εικόνες φρίκης και χάους που αποτυγχάνουν να ενταχθούν υφολογικά στο πλαίσιο της ιστορίας (κάτι που δεν συνέβαινε με το παρεμφερές θεματικά Cold Mountain) και που αντιμετωπίζονται ως αφορμή για επίδειξη άσκοπης δεξιοτεχνίας (το tableau vivant μονόπλανο που ελάχιστη σχέση έχει με τον κορμό της ιστορίας). Παράλληλα οι δύο αδελφές, αποξενωμένες πλέον, εργάζονται ως νοσοκόμες στο Λονδίνο με την μικρότερη να έχει κατανοήσει το λάθος της και να αναζητεί την εξιλέωση. Το σκέλος αυτό της ιστορίας αντιμετωπίζεται αρκετά πεζά και περιγραφικά από το σκηνοθέτη, χωρίς ιδιαίτερο βάθος και δύναμη με αποτέλεσμα η μετάθεση του κέντρου βάρους της ταινίας από αυτό του ανολοκλήρωτου έρωτα σε αυτό της εξιλέωσης να αποδυναμώνει την αφήγηση και να καθιστά το αποτέλεσμα ανισοβαρές και ανολοκλήρωτο. Η ενδιαφέρουσα απόπειρα απεικόνισης της διάστασης μυθιστορίας και πραγματικότητας και του αμφιλεγόμενα λυτρωτικού ρόλου της πρώτης δεν βρίσκει την αντίστοιχη κινηματογραφική υποστήριξη (όπως στο αριστουργηματικό Providence του Alain Resnais) με αποτέλεσμα να μένει κάπως μετέωρη. Εν τέλει πρόκειται για μια ευπρεπή συνάθροιση καλοστημένων σκηνών που οδηγούν, ωστόσο, σε ένα άνισο αποτέλεσμα.