Αρχικά ξεκίνησε ως χώρος για "Αταξινόμητες σκέψεις για διάφορα επίκαιρα και μη ζήτηματα" για να καταλήξει τελικά σε cine-blog του οποίου όλα τα post, πρόσφατα και μη, είναι διαρκώς ανοιχτά και δεκτικά σχολίων. Be my guest!

29/3/07

Ιntermission

Φίλτατοι ιστιοπεριηγητές και συνbloggers,

Ο Αναχωρητής, πιστός στις επιταγές του προσωνυμιου του, θα βρίσκεται τις ερχόμενες δύο εβδομάδες σε μέρη μακρινά, δίχως οθόνες, πλήκτρα και τρωκτικά. Καλές γιορτές!

Εις το επαναγραφείν,
Αναχωρητής

Η μεγάλη χίμαιρα

Η ταινία Αλεμάγια του Ηλία Γιαννακάκη διερευνά με έναν ευαίσθητο και αρκετά πρωτότυπο τρόπο την συναισθηματική καθήλωση που επάγουν τα ανεκπλήρωτα όνειρα της νιότης σε μια μεγαλοαστική οικογένεια της ελληνικής κοινότητας της Αιθιοπίας. Η ηρωίδα της ταινίας αποτυγχάνει να αποδράσει από τα ασφυκτικά δεσμά της πατριαρχίας και να ακολουθήσει τις εσωτερικές της προσταγές, οι οποίες δεν εξαντλούνταν σε έναν κλεφτό γάμο με το πρώτο της φλερτ (η "σχέση" είναι εντελώς ανισοβαρής), παρά αφορούσαν την αναζήτηση της προσωπικής της αυτοπραγμάτωσης. Αναγκάζεται από τον εξοικειωμένο με παρόμοιους συμβιβασμούς πατέρα σε έναν βιαστικό γάμο και αποδέχεται μοιρολατρικά την αναστολή του είναι της, κάτι που θα αρχίσει να αλλάζει όταν, δεκαετίες μετά, ο άνθρωπος που την είχε τότε μονομερώς ερωτευθεί επιστρέφει. Αν εξαιρέσουμε το κάπως υπερβολικό συμβάν του θανάτου του γιου της (που απλά επιδεινώνει την ήδη βεβαρημένη ψυχικά ηρωίδα), ο σκηνοθέτης οργανώνει άψογα το υλικό του γύρω από αυτές τις δύο μοναχικές υπάρξεις που αναπολούν τα απραγματοποιήτα παιδικά τους όνειρα τα οποία, χωρίς απαραίτητα να ταυτίζονται, έχουν κοινή αφετηρία. Η συνάντηση τους πραγματοποιείται τελικά σε ένα υπερβατικό επίπεδο, έχοντας φθάσει πρώτα και οι δύο σε ένα επίπεδο βαθιάς αυτογνωσίας. Η σκηνή της μοναδικής τους πραγματικής χωρικής συνύπαρξης στο νοσοκομείο είναι εξαιρετική καθώς αποτυπώνει το διασταγμό, την αμηχανία και την επιθυμία ταυτόχρονα, όπως και η παράλληλη σκιαγράφηση της σταδιακής παρακμής της μεταπολεμικής μεγαλοαστικής οικογένειας που, λόγω δομικής αρτηριοσκλήρωσης, πεισματικά αρνείται να προσαρμοστεί στα νέα οικονομικοκοινωνικά δεδομένα. Οι εξαιρετικές ερμηνείες των δύο πρωταγωνιστών (ορισμένοι δεύτεροι ρόλοι συγκριτικά υστερούν) συμβάλλουν στο αξιοσημείωτο τελικό αισθητικό αποτέλεσμα.

28/3/07

Exorcist: The Beginning

Το "επίσημο" prequel της σειράς μπορεί λόγω αυξημένου ανταγωνισμού να μην αποτελεί και το ναδίρ της. Υπάρχουν αρκετές σεναριακές ομοιότητες με το prequel του Schrader, ωστόσο η σκηνοθετική διαπραγμάτευση είναι τελείως διαφορετική. Πιστός στις επιταγές των κυρίαρχων τάσεων στις ταινίες του είδους, ο Harlin ανά δεκάλεπτο περίπου εισάγει μια σκηνή εμβόλιμης δράσης, ανεξαρτήτως σεναριακής σκοπιμότητας, ώστε να διεγείρει τον κατέχοντα χαμηλό attention span θεατή προτού αυτός αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στο popcorn του. Το ευρετήριο των κλισέ συμπεριλαμβάνει γκροτέσκους χαρακτήρες προς εύκολη βορά του pazuzu, έναν δύσπιστο και κυνικό ήρωα που φυσικά όταν έρθει η κρίσιμη στιγμή αναλαμβάνει τις ευθύνες του, ένα μικρό-twist λίγο πριν το φινάλε όπου όλα θα κλείσουν ομαλά και τελεσίδικα. Μέσα στα στενά αυτά πλαίσια η ταινία καταφέρνει να είναι πιο ατμοσφαιρική από αυτή του Schrader (που υπερτερεί από πλευράς χαρακτηρολογικής εμβάθυνσης), ενώ η φωτογραφία του Vittorio Storaro είναι χάρμα οφθαλμών. Μια υβριδική σύνθεση των δύο prequel ίσως έδινε ένα πληρέστερο τρίτο φιλμ, ένα πείραμα που κάποιοι φαν της σειράς, κατ' αντιστοιχία με κάποιους άλλους, μπορεί κάποτε να πραγματοποιήσουν.

27/3/07

The Exorcist III


Σαφώς καλύτερο από το ανεκδιήγητο δεύτερο μέρος, η τρίτη συνέχεια του Εξορκιστή προσπαθεί, όπως η πρώτη ταινία, να ισορροπεί μέχρις ενός σημείου μεταξύ ορθολογικών και μεταφυσικών στοιχείων. Οι ερμηνείες είναι καλές, ο τρόμος κυρίως υποβάλλεται με ορισμένες άκρως αποτελεσματικές σκηνές, ενώ αν έλειπε ο παράταιρος και εκ του studio επιβεβλημένος εξορκισμός στο φινάλε, η ταινία θα λειτουργούσε ακόμη καλύτερα ως καθαρόαιμο θρίλερ μυστηρίου. Η διάσταση απόψεων μεταξύ σκηνοθέτη/σεναριογράφου και του studio σχετικά με την κατεύθυνση και τους στόχους τις ταινίας επηρέασε δυσμενώς το τελικό αποτέλεσμα, χωρίς όμως να καταδικάσει την ταινία στην ασημαντότητα.

Αιρετικά φληναφήματα


Τραγική συνέχεια της κλασσικής πρώτης ταινίας με ένα απερίγραπτο σενάριο δίχως λογική συνοχή, καμία ατμόσφαιρα, z-movie ερμηνείες, τραγελαφικούς διαλόγους (I've flown this route before. It was on the wings of a demon), ασυνάρτητη και αυθαίρετη εξέλιξη. Ο John Boorman πρέπει να σκηνοθετούσε κυριευμένος από το πνεύμα του Pazuzu, εκτός και αν επιδίωκε να γυρίσει κωμωδία και το κοινό δεν τον ακολούθησε. Μόνη ευχάριστη παραφωνία οι σκηνές στο Αφρικανικό μέρος της ταινίας που είχαν κάποια μεταφυσική υποβολή.



26/3/07

The Painted Veil


Καλογυρισμένη ταινία εποχής που αφηγείται τη σταδιακή επαναπροσέγγιση και αλληλοεκτίμηση ενός αταίριαστου ζεύγους άγγλων ευπατρίδων μεσούντος ενός φορτισμένου κοινωνικοπολιτικού κλίματος στην Κίνα του 1925. Η χαμηλών τόνων και μεθοδική σκηνοθετική προσέγγιση του John Curran συμβάλλει στην αληθοφάνεια των καταστάσεων και των συναισθημάτων των με επιμέλεια δοσμένων κεντρικών χαρακτήρων. Η συσχέτιση των εξωτερικών εξελίξεων με την εσωτερική πορεία του ζευγαριού συντελείται κυρίως σε περιγραφικό επίπεδο, δίνοντας έτσι στην ταινία μια στέρεη ανέλιξη που όμως εν τέλει την εμποδίζει να απογειωθεί σε ένα λιγότερο πολυδιαβημένο επίπεδο, όπως θα συνέβαινε σε μια ανάλογη ταινία του David Lean. Εξαιρετικές οι ερμηνείες, ιδιαίτερα του Edward Norton που πλάθει έναν αρκετά κρυπτικό χαρακτήρα.

Εξορκίζοντας το κακό


To Dominion: Prequel to the Exorcist του Paul Schrader αποτελεί μια ακόμη προσθήκη στο προ πολλού αφαιμαγμένο franchise των Εξορκιστών. Το γεγονός ότι θάφτηκε από τους παραγωγούς στα στάδια του τελικού μοντάζ και ξαναγυρίστηκε από το πληρωμένο πιστόλι Renny Harlin, δίνει στην ταινία του Schrader, στην ολοκληρωμένη της μορφή τώρα σε DVD, την αίσθηση του αξιοπερίεργου. O Schrader προσεγγίζει με σοβαρότητα τον κλονισμό της πίστης του Merrin και την σταδιακή επανάκτησή της μέσω της πάλης του με τον δαίμονα Pazuzu. Η σκηνοθεσία του ωστόσο δεν έχει τη δωρικότητα ενός Friedkin και η πλοκή είναι αρκετά φλύαρη, χωρίς κάποια ιδιαίτερη αίσθηση ρίγους και ατμόσφαιρα υποβολής . Είναι σίγουρα ευπρόσδεκτες οι απόπειρες προσέγγισης του προβλήματος της Θεοδικίας σε μια υπερπαραγωγή του Hollywood, παραμένουν όμως δε ατελείς και ανολοκλήρωτες, ενώ οι τελικές σκηνές της αναμέτρησης δεν είναι ιδιαίτερα εμπνευσμένες. Ο Stellan Skarsgard ήταν σίγουρα πολύ εύστοχη επιλογή για τον πρωταγωνιστικό ρόλο σε μια ενδιαφέρουσα, αλλά ήσσονα ταινία.

24/3/07

Σταματώντας το χρόνο


Στο Notes on a Scandal διασταυρώνουν τα ξίφη τους δύο από τις καλύτερες ηθοποιούς της εποχής μας. Το θέμα της ταινίας είναι εξόχως ενδιαφέρον: οι σύνθετες σχέσεις υποταγής και εξάρτησης που διαμορφώνονται ανάμεσα σε δύο κοινωνικά, ηλικιακά, όσο και προσωπικά ολότελα διαφορετικές γυναίκες. Το φιλολογικό σενάριο με την σε πρώτο πρόσωπο αφήγηση θίγει δυνητικά πολλά ζητήματα όπως η μοναξιά και ο συνεπακόλουθος κυνισμός στη σύγχρονη μεγαλούπολη, η ταξική αντιζηλία και υπεροψία, το διηνεκές κυνήγι της νιότης ως απόπειρα παράκαμψης του αναπόφευκτου γήρατος (και οι δύο ηρωίδες εποφθαλμιούν άτομα πολύ νεότερα από αυτές) κ.α. Η κινηματογραφική αξιόποιηση, ωστόσο, είναι ανεπαρκής. Ο σκηνοθέτης, στηριζόμενος ολοκληρωτικά στα θεατρικά του ένστικτα, βασίζει όλη την ταινία στις έξοχες ερμηνείες των ηθοποιών, ενώ επιβάλλει ένα φρενήρη ρυθμό που σε συνδυασμό με την υπερφορτική μουσική δεν αφήνει καθόλου την ταινία να αναπνεύσει· τα γεγονότα περισσότερο αφηγούνται από την Judi Dench παρά διαδραματίζονται. Λίγες είναι οι δραματικές σκηνές που ξεφεύγουν από αυτά τα ασφυκτικά πλαίσια. Η αδυναμία κινηματογραφικής διάκρισης μεταξύ της ενίοτε αναξιόπιστης υποκειμενικής αφήγησης και αντικειμενικής πραγματικότητας συντελεί στην απώλεια αξιοποίησης μια ενδιαφέρουσας συνιστώσας του σεναρίου και στην επιπλέον χειραγώγηση του θεατή, του οποίου η κρίση σπανίως απαιτείται. Η ιλιγγιώδης αφήγηση κλονίζει γρήγορα και την αληθοφάνεια των καταστάσεων καθώς χαρακτήρες περνούν από το Α στο Ω του συναισθηματικού φάσματος μέσα σε μία ή δύο σκηνές (λ.χ. ο σύζυγος της Cate Blanchett, οι συνάδελφοί τους στο σχολείο κ.α.) και εν τέλει αναδεικνύεται ο προγραμματικός χαρακτήρας της ταινίας. Μια ενδιαφέρουσα, κυρίως λόγω ερμηνειών, αποτυχία.

20/3/07

Ουτοπία vs Πραγματικότητα

Οι Λευκές Νύχτες , μια από τις λιγότερο γνωστές ταινίες του Λουκίνο Βισκόντι, αποτελεί μια πιστή σε γενικές γραμμές μεταφορά του ομότιτλου διηγήματος του Ντοστογιέφσκι. Ο Βισκόντι τοποθετεί την ιστορία στην Ιταλία του 50 και όλη τη δράση της σε ένα τεράστιο ντεκόρ, τονίζοντας έτσι τον εξωπραγματικό και ονειρικό χαρακτήρα του έργου. Η περίσσια φροντίδα σε όλους τους επιμέρους καλλιτεχνικούς τομείς είναι εντυπωσιακή, ωστόσο η θεατρογενής αυτή σύλληψη και η συνεπακόλουθη σκηνοθετική εγκράτεια έρχεται σε μερική αντίθεση με τα χειμαρρώδη αισθήματα και τις ρομαντικές προσμονές των ηρώων της με αποτέλεσμα η μέθεξη του θεατή να δυσχεραίνεται. Γι' αυτό και η ταινία δεν πείθει απόλυτα παρά μερικές έξοχες ιδέες όπως η διφορούμενη εικόνα του νοικάρη που θέτει ερωτηματικά κατά πόσο η υλοποίηση του ονείρου της ηρωίδας αποτελεί συνάμα και πραγμάτωση της ρομαντικής ουτοπίας της.

18/3/07

Για πολύ γερούς λύτες


Δεν θυμάμαι να έχω ξαναδεί πιο πολύπλοκη ταινία από το Primer(και εδώ)Το ενδιαφέρον είναι ότι ενώ αισθάνεσαι ότι το σενάριο διέπεται από απόλυτη λογική συνοχή, δυσκολεύεσαι να παρακολουθήσεις και να κατανοήσεις τα δρώμενα μετά το πρώτο εικοσάλεπτο. Πολλαπλές θεάσεις είναι απαραίτητες προκειμένου αφενός να διαπιστώσεις τι ακριβώς συμβαίνει σε επίπεδο πλοκής και αφετέρου να αναλογιστείς εάν υπάρχει τίποτα επιπλέον πέραν αυτής. Από όσο κατάλαβα, τέσσερις αρχικά και στη συνέχεια δύο τεχνοκράτες εφεύρουν μια απροσδιόριστη συσκευή που στρεβλώνει τον χωρόχρονο και δημιουργεί κλώνους αυτών σε μια παράλληλη χωροχρονική διάσταση. Το παρακάτω "επεξηγηματικό" διάγραμμα που βρέθηκε στο διαδίκτυο δείχνει ότι κάποιοι άλλοι θεατές προχώρησαν πολύ περισσότερο. Αξίζει πιστεύω ο καθένας να δοκιμάσει τις δυνάμεις του!

Υπερβαίνοντας το Θάνατο


Μια ταινία σαν το Τhe Fountain του Darren Aronofsky που τολμά να διαπραγματευτεί με ένα ποιητικό-μεταφυσικό τρόπο τον αγώνα του ανθρώπου να υπερβεί το αναπόφευκτο του θανάτου είναι επόμενο ότι θα είναι ευάλωτη στις λοιδορίες και στους εύκολους απορριπτικούς αφορισμούς (τρικυμία εν κρανίω, αμπελοφιλοσοφίες κλπ) σημαντικής μερίδας κοινού και κριτικών. Η αισθητική και αφηγηματική ομοιογένεια της πλειοψηφίας των σημερινών ταινιών έχει ριζωθεί βαθιά στις κυρίαρχες αντιλήψεις περί κινηματογράφου και οποιαδήποτε αισθητή παρέκκλιση από αυτές εκλαμβάνεται ως αποτυχία και ύβρις του σκηνοθέτη της.
To Fountain δεν αφορά αυτή τη μερίδα των θεατών. Αφορά όσους είναι σε θέση να αφεθούν στην πλαστικότητα των εικόνων του, στην μουσικότητα των πλάνων του και στην απροβλεψία της εξέλιξης του δομημένου σε τρία επίπεδα επίπεδα σεναρίου. Ο Aronofsky αφηγείται παράλληλα τον παροντικό αγώνα ενός γενετιστή επιστήμονα να βρει φάρμακο για την θνήσκουσα γυναίκα του, το πως αυτή προβάλλει λογοτεχνικά τις προσπάθειες του στον 15ο αιώνα και, στο πιο αφαιρετικό τμήμα της ταινίας, πως οι αντιλήψεις του ήρωα για το θάνατο εγγράφονται και εξελίσσονται στην συνείδησή του. Μια ταινία που αξίζει να επανέλθει κανείς περισσότερες από μία φορές προκειμένου να αντλήσει τα μάλα από το μοναδικής έμπνευσης κομψοτέχνημα του υπερταλαντούχου Aronofsky.

17/3/07

Αφρώδη όνειρα

Στο Shampoo (1975), o Hal Ashby αντιπαραβάλλει τις ερωτικές παλινωδίες του Warren Beatty με την ισχυροποίηση του πολιτικοοικονομικού κατεστημένου που εδραιώνεται με την εκλογή του Nixon το 1968, όπου και τοποθετείται η δράση της ταινίας. Ο Warren Beatty είναι ο αιώνιος έφηβος που ενστικτωδώς αρνείται να αναλάβει οποιαδήποτε τελεσίδικη απόφαση και ευθύνη παρά αφήνεται σε ένα διαρκές κυνήγι πρόσκαιρων ηδυπαθών απολαύσεων. Οι μάλλον χαλαρές απόπειρες που καταβάλλει για επαγγελματική αυτονομία καταλήγουν σε αδιέξοδο· η υψηλή κοινωνία με την οποία συγχρωτίζεται ο Beatty τον αποδέχεται μόνο στα ιδιαίτερά της και όχι στην νομή της οικονομικής ισχύος. Η προσγείωση του ήρωα στην ενήλικη πραγματικότητα θα είναι ανώμαλη και επώδυνη, όπως και αυτής της γενιάς των 60s, την οποία η ταινία παρουσιάζει ως μια γενιά χωρίς πυξίδα που ευκόλως το κατεστημένο παρακάμπτει (οι δύο εκλογές του Nixon μεσούντος του κινήματος αμφισβήτησης είναι ενδεικτική). Η ταινία ισορροπεί μεταξύ σάτιρας, φάρσας και κομεντί χωρίς να μπορεί να καταταγεί σε κανένα από αυτά τα είδη, κάτι που είναι χαρακτηριστικό του μεστού σκηνοθετικού ύφους του Ηal Ashby που αρνείται, ως συνήθως, τις εύκολες και φανταχτερές σκηνοθετικές λύσεις.

14/3/07

An inconvenient truth

Εξαιρετικά επίκαιρο documentary όπου ο Al Gore καταφέρνει με έναν επιστημονικά τεκμηριωμένο, εύληπτο, μεστό και άμεσο τρόπο να παρουσιάσει όλες τις διαστάσεις του προβλήματος του Θερμοκηπίου, που πολλοί αρέσκονται να αγνοούν αφήνοντας την επόμενη γενιά να βγάλει το φίδι από την τρύπα. O Al Gore σε αυτή την περίπτωση υπερισχύει σαφώς του πολιτικού του alter-ego Al Bore.







Φυσικά η αντίπαλη πλευρά δεν μπορεί να αφήσει τέτοια πρόκληση αναπάντητη. Από έγκυρες πηγές επιβεβαιώνεται ότι, σε συνθήκες άκρας μυστικότητας, ο γνωστός λαϊκός διασκεδαστής Michael Crichton (aka Jurassic Mac) έχει γράψει ήδη ένα σενάριο που κονιορτοποιεί όλη την πράσινη προπαγάνδα του sore loser Mr Bore και παράλληλα τέρπει το κοινό με μοναδικές σκηνές oικολογικής καταστροφής. Τα γυρίσματα της ταινίας θα αρχίσουν τον Ιανουάριο του 2009, οπότε και ο πρωταγωνιστής της George W. Bush θα μπορέσει να επιστρέψει στα υποκριτικά του καθήκοντα. Ήδη έχουν διαρρεύσει οι πρώτες φωτογραφίες από τις άκρως απόρρητες πρόβες (την ταινία φημολογείται ότι θα τη σκηνοθετήσει ο διάσημος Dick "Darth Vader" Cheney, με την οποία σκοπεύει να κλείσει την ένδοξη καριέρα του)

Image Hosted by ImageShack.us

13/3/07

Μειοψηφικές Πλειοψηφίες

Τα αποτελέσματα των βουλευτικών εκλογών του 2004 ήταν ως εξής:

Εγγεγραμμένοι: 9.899.472 Ψηφίσαντες: 7.573.368 Αποχή: 23,50%
Έγκυρα: 7.406.619(97,80%) Ακυρα: 123.713(1,63%) Λευκά: 43.036(0,57%)
(πηγή: http://national04.ekloges.dolnet.gr/, η επίσημη σελίδα του υπουργείου εσωτερικών θεωρεί περιττό να διαχωρίσει τα λευκά από τα άκυρα στα συγκεντρωτικά)
Το κυβερνόν κόμμα έλαβε 3.359.682 ψήφους, ενώ αυτό της αξιωματικής αντιπολίτευσης 3.003.275.
Με όρους απόλυτης πλειοψηφίας, τα νούμερα αυτά αντιστοιχούν σε ποσοστό 33,9% και 30,33% επί των εγγεγραμμένων πολιτών για τα δύο πρώτα κόμματα αντίστοιχα. Με αυτούς τους όρους, κανένα από τα δύο κόμματα δύναται να σχηματίσει κυβέρνηση ή να ισχυριστεί ότι εκφράζει την πλειοψηφία του ελληνικού λαου, παρά ένα σεβαστό τμήμα αυτού.
Με όρους απλής ή σχετικής πλειοψηφίας, τα ποσοστά υπολογίζονται βάσει μόνο των εγκύρων ψηφοδελτίων (για απροσδιόριστους λόγους τα λευκά ψηφοδέλτια, πλην μιας περιφέρειας (!), θεωρούνται άκυρα), τα ποσοστά μετατρέπονται σε 45,36% και 40,55% αντίστοιχα. Και επειδή πάλι τα ποσοστά αυτά αδυνατούν να μεταφραστούν σε αριθμητική πλειοψηφία στο κοινοβούλιο, γίνεται χρήση του εκλογικού νόμου, ο οποίος αναλόγως με τη βούληση του δημιουργού του, μπορεί να μετατρέπει, ως απλό μαθηματικό εργαλείο, οποιοδήποτε εκλογικό ποσοστό σε ικανό αριθμητικό πλεονέκτημα στο κοινοβούλιο.

Βάσει των παραπάνω, στην τρέχουσα φάση η κυβέρνηση δεν διαθέτει ούτε απόλυτη, ούτε σχετική πλειοψηφία, παρά μόνο περισσοτέρους ψήφους. Ωστόσο, οι κανόνες του παιχνιδιού έχουν παγιωθεί στην συνείδηση του ελληνικού λαού και οι φωνές για αλλαγές είναι μεμονωμένες.

Προσφάτως, η κυβέρνηση διά του εκπροσώπου της Θ. Ρουσόπουλου δηλωσε ότι το συνδικαλιστικό όργανο των Πανεπιστημιακών Καθηγητών (ΠΟΣΔΕΠ) δεν εκπροσωπεί την πλειοψηφία των Πανεπιστημιακών Καθηγητών. Ανάλογη απαξίωση επιχειρήθηκε για τις αποφάσεις των φοιτητικών συλλόγων, οι οποίες λαμβάνονται με βάση την αρχή των περισσοτέρων ψήφων (κάτι θυμίζει αυτό). Αναρωτιέμαι τι έχει κάνει τον κ. Ρουσόπουλο και τους άλλους επίδοξους προασπιστές της αρχής της απόλυτης ή σχετικής πλειοψηφίας να πιστεύουν ότι η κυβέρνηση εκπροσωπεί την πλειοψηφία του ελληνικού λαού και οι αποφάσεις της ipso factο έχουν υψηλότερο βαθμό νομιμοποίησης από αυτές οποιουδήποτε άλλου εκλεγμένου φορέα...

11/3/07

ΟΙ ΦΥΛΑΚΕΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ


Στην ταινία του Hal Ashby Τhe Last Detail , δύο βετεράνοι ναύτες καλούνται να συνοδέψουν έναν νεόκοπο τρίτο στη στρατιωτική φυλακή, όπου έχει καταδικαστεί σε οκτώ χρόνια κράτηση επειδή αποπειράθηκε να κλέψει 40 δολάρια από το φιλανθρωπικό έρανο της συζύγου ενός αξιωματικού. Ο κανονισμός είναι σαφής και ο στρατιωτικός μηχανισμός ελάχιστα ενδιαφέρεται για ελαφρυντικά στοιχεία, ούτε εξετάζει ατομικά την περίπτωση κάθε κατηγορουμένου· το σώμα είναι υπεράνω του ατόμου. Οι δεσμοφύλακες γρήγορα διαπιστώνουν το παράλογο της υπόθεσης, ωστόσο δεδομένης της ιδιότητας τους είναι αδύνατο να κάνουν τίποτα περισσότερο από το να φροντίσουν ο άπειρος και αφελής ναύτης να περάσει ευχάριστα τις τελευτάιες μέρες ελευθερίας του καθοδόν προς τη φυλακή. Το ενδιαφέρον στοιχείο της ταινίας είναι ότι σταδιακά αναδύεται ότι και οι δεσμοφύλακες είναι κατά τροπόν τινά εγκλωβισμένοι στην ευρύτερη φυλακή του ναυτικού με όλους τους κανόνες συμπεριφοράς που αυτό τους επιβάλλει , ο ένας, όντας μαύρος, προκειμένου να αποφύγει την γκετοποίηση και την παρανομία, και ο άλλος, όντας ανησυχος και απροσάρμοστος, αντιμετωπίζει την απεραντοσύνη της θάλασσας ως πηγή γαλήνης. Η αδυναμία αντίδρασης στην, κατ' αυτούς, νομοτελειακή κατάσταση των πραγμάτων τους έχει οδηγήσει μεν στην ιδιώτευση και απολιτικοποίηση (με την ευρύτερη έννοια του όρου), αλλά όχι στην απάθεια και την αλλοτρίωση. Η κινηματογράφηση είναι ουδέτερη με παρατακτική σύνδεση διαφόρων, δοσμένων με καίρια αίσθηση της λεπτομέρειας, επεισοδιων που στοχεύουν στο να ωθήσουν τον θεατή να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα τόσο για το θέμα της ταινίας, όσο και για τις δυνατότητες αντίδρασης που έχουν οι τρεις ήρωες. Απουσιάζουν η συναισθηματική χειραγώγηση του θεατή που είναι σχεδόν κοινός τοπός στις "σοβαρές" ταινίες που παράγει το Hollywood σήμερα, όπως και η εύκολη καθαρτική λύση (ενδεικτική είναι η χρήση της ηχητικής μπάντας).

The Candidate

Μια ξεχασμένη πολιτική ταινία απο τα χρυσή δεκαετία του αμερικάνικου κινηματογραφου που παραμένει ιδιαίτερα επίκαιρη σήμερα. Παρουσιάζει τη σταδιακή ιδεολογική εξουδετέρωση ενός ιδεαλιστή δικηγόρου που πείθεται να συμμετάσχει στην πολιτική κονίστρα σε μια άνιση και, κατά τα προγνωστικά, απέλπιδο μάχη για την γερουσία. Μην έχοντας τίποτα να χάσει, ο αντισυμβατικός του τρόπος τον καθιστά σύντομα αναγνωρίσιμο και δημοφιλή, ωστόσο δεν επαρκεί από μόνος του για την νίκη, η οποία προϋποθέτει την ιδεολογική απονεύρωση των υποψηφίων, καθώς είναι προτιμότερο να μην πείθουν παρά να ενοχλούν. Η ταινία καταγράφει με υποδόρια ειρωνεία και με διορατικότητα τους διαχρονικούς όρους του πολιτικού παιχνιδιού, ένα παιχνίδι όπου οι επαγγελματίες έχουν σαφώς μεγαλύτερες πιθανότητες νίκης από τους ρομαντικούς ερασιτέχνες. Ο Ρομπερτ Ρέντφορντ είναι άψογος σε ένα ρόλο ειδικά γραμμένο γι' αυτόν, ενώ εξαιρετικός είναι και ο Πήτερ Μποϊλ στο ρόλο του spin-doctor του. Σίγουρα από τις, ομολογουμένως λίγες, καλές στιγμές πολιτικού σινεμά.

10/3/07

Πρώτο Μήνυμα

Κάποτε θα υπάρξει και δεύτερο...