Αρχικά ξεκίνησε ως χώρος για "Αταξινόμητες σκέψεις για διάφορα επίκαιρα και μη ζήτηματα" για να καταλήξει τελικά σε cine-blog του οποίου όλα τα post, πρόσφατα και μη, είναι διαρκώς ανοιχτά και δεκτικά σχολίων. Be my guest!

9/5/09

Αμερικάνικο σινεμά - Η γενιά του 90 --Mέρος Ι

Πριν κάμποσο καιρό, σε μια σειρά αναρτήσεων πάνω στο αμερικανικό σινεμά είχα αναφερθεί ακροθιγώς στην περίφημη γενιά του 70. Κατά γενική ομολογία, η γενιά αυτή απαρτίζεται από σκηνοθέτες γεννημένους, ως επί τον πλείστον, τη δεκαετία του σαράντα, οι οποίοι ουσιαστικά έκαναν την εμφάνισή τους κατά την περίοδο 1965-1975. Χαρακτηριστικοί εκπρόσωποί της θεωρούνται η τριανδρία των γενειοφόρων Coppola, Scorsese και De Palma, ο διαβόητος Steven Spielberg, ο ξεχασμένος σήμερα Peter Bogdanovich, ο παροπλισμένος Michael Cimino, o ξεπεσμένος William Friedkin και ο διάσημος παραγωγός George Lucas. Περά από αυτούς, στην γενιά αυτή θα έπρεπε να συμπεριλαμβάνεται ο αειθαλής Robert Altman (1925-2006) που, αν και ηλιακά απέχει αρκετά από τους συναδέλφους του, συνέβαλε τα μάλα στην εδραίωση ενός διαφορετικού μοντέλου αμερικανικού κινηματογράφου από αυτό που εκπροσωπούσαν ταινίες σαν το Sound of Music και το Cleopatra. Όσο και αν ο καθένας από αυτούς αναπόφευκτα ακολούθησε την δική του πορεία τελικά, υπήρχε μια σχετική ομοφροσύνη και μια ρήξη με τον κατεστημένο τρόπο παραγωγής, όσο και μια κοινή αφετηρία καθώς οι περισσότεροι ήσαν είτε μανιώδεις σινεφάγοι, ή απόφοιτοι κάποιας κινηματογραφικής σχολής. Κάτι τέτοιο ερχόταν σε αντιδιαστολή με την προηγούμενη γενιά που προερχόταν από τα σπλάχνα του studio system ή από το θέατρο.


Για την γενιά του 70 έχουν γραφεί και εξακολουθούν να γράφονται πολλές αναλύσεις, έγκριτες και μη. Δεν θα επεκταθώ περισσότερο στην παρούσα φάση, αν και πάντα υπάρχουν αρκετά ερεθίσματα για μια γόνιμη συζήτηση. Έχοντας υπόψη ότι η χρονική απόσταση μεταξύ των γενεών λογίζεται στα 25 χρόνια, θα επιχειρήσω να κάνω μια αναφορά στην επόμενη γενιά, την γενιά του 90. Σε αυτή κατατάσσονται αμερικανοί σκηνοθέτες που εμφανίστηκαν μέσες άκρες την περίοδο 1990-2000 και οι οποίοι είναι γεννημένοι (ξανά ως επί το πλείστον) τη δεκαετία του εξήντα. Η επιλογή των σκηνοθετών προφανώς θα είναι επιλεκτική και όποια κοινά στοιχεία υπάρχουν μεταξύ τους, θα προκύψουν από την ανάλυση που ευελπιστώ ότι θα οδηγήσει στην εξαγωγή κάποιων συμπερασμάτων για το κατά πόσο η κληρονομιά των 70s εξανεμίστηκε, μεταλλάχτηκε ή μετασχηματίστηκε δημιουργικά. Θα αρχίσω με αναφορές στον κάθε σκηνοθέτη ξεχωριστά.

Steven Soderbergh (b. 1963)

Ο Steven Soderbergh είναι ο χαμαιλέοντας της γενιάς του. Ξεκίνησε ως ο κατεξοχήν εκφραστής του αμερικανικού ανεξάρτητου κινηματογράφου με το Sex, Lies and Videotapes. Ταινία γυρισμένη με ελάχιστα μέσα, κατάφερε να κερδίσει κοινό και κριτικούς με μια ειλικρινή και συνάμα κλινική ματιά πάνω στις σύγχρονες ανθρώπινες σχέσεις, απαλλαγμένη από συνηθισμένες αφηγηματικές ευκολίες (π.χ. αναγνωρίσιμοι και συμπαθητικοί χαρακτήρες), και μια μετρημένη μα άκρως αποτελεσματική χρήση των εκφραστικών του μέσων (η λειτουργία του μοντάζ είναι υποδειγματική). O δίκαιος Χρυσός Φοίνικας του Φεστιβάλ των Καννών του άνοιξε πολλές πόρτες, ωστόσο ο ίδιος προτίμησε να ακολουθήσει έναν μοναχικό δρόμο με φορμαλιστικά πειράματα σαν το Kafka, δράματα εποχής σαν τον King of the Hill και σινεφίλ remake σαν το Underneath. Το κοινό σταμάτησε σταδιακά να τον ακολουθεί, χάνοντας τον οριστικά με του ακραίους πειραματισμούς των Schizopolis και Gray's Anatomy. Όποια γνώμη και να έχει κανείς για όλες αυτές ταινίες του Soderbergh (που κυμαίνονται από εξοργιστικά άνισες μέχρι ενδιαφέρουσες), οφείλει να αναγνωρίσει τον ασυμβίβαστο χαρακτήρα τους και την κινηματογραφική ακεραιότητα του δημιουργού τους.

Διαισθανόμενος το αδιέξοδο στο οποίο είχε βρεθεί, μια διαφορετική μορφή καλλιτεχνικής απομόνωσης, ο Soderbergh κάνει στροφή 180 μοιρών με μια καθαρά ψυχαγωγική περιπέτεια, το Out of Sight. Διάσημος πρωταγωνιστής, πιασάρικη ίντριγκα της σχολής Ταραντίνο, όσο και μια ευρηματική και ευέλικτη σκηνοθετική γραμμή συνιστούν μια απολύτως ολοκληρωμένη ψυχαγωγική ταινία, στα χνάρια παλιών δημιουργιών τύπου The Thomas Crown Affair. Έκτοτε ο Soderbergh εναλλάσσει αφιλόδοξες εμπορικές ταινίες (Ocean's 11-13 , Erin Brockovich) με πιο προσωπικά σχέδια (The Limey, Solaris, Bubble, Traffic, The Good German , Che). Όχι απρόσμενα, τα αποτελέσματα είναι άνισα με αξιόλογες στιγμές τα Limey, Traffic, Bubble και Che, με τα υπόλοιπα να μην συγκροτούν ταινίες που μπορούν να αντέξουν στο χρόνο όσο και να διαφοροποιούνται από τα βλακώδη επίπεδα των συνήθων blockbuster. Η πορεία του είναι σταθερά απρόβλεπτη και σίγουρα ενδιαφέρουσα, όσο και αν πέρα μιας αναντίρρητης κινηματογραφικής αρτιότητας, δύσκολα μπορεί κανείς να εντοπίσει ενοποιητικά στοιχεία μεταξύ των ταινιών του. Η γενικότερη εντύπωση είναι ότι πέρα του χαμαιλεοντισμού, η προσωπική σφραγίδα του σκηνοθέτη ως δημιουργού με συγκεκριμένη θεώρηση του κόσμου παραμένει απροσδιόριστη. Ίσως ο ευφυής τεχνίτης κατίσχυσε του δημιουργού, ωστόσο δεδομένου του ιστορικού του παραείναι διακινδυνευμένη οποιαδήποτε πρόβλεψη και η στενή παρακολούθηση της πορείας του είναι επιβεβλημένη.

Quentin Tarantino (b. 1963)

O αποκαλούμενος guru της γενιάς του, έστω και αν έχει στη φιλμογραφία του μονάχα πέντε ταινίες, το ένα τρίτο των ταινιών του Soderbergh. Ξεκίνησε με το Reservoir Dogs, μια μεταπρατικού χαρακτήρα b-movie που υπερεκτιμήθηκε από όσους δεν θυμούνταν καλά το Killing του Stanley Kubrick όπου ο μοντερνισμός της αφήγησης δεν αποτελούσε αυτοσκοπό αλλά στερέωνε μορφικά ένα σχόλιο πάνω στην αναπόδραστη τυχαιότητα των καταστάσεων. To Pulp Fiction, ταινία ορόσημο για πολλούς που γαλουχήθηκαν κινηματογραφικά στα 90s, ήταν πολύ πιο επεξεργασμένο φορμαλιστικά, με ένα εμπνευσμένο μείγμα pulp καταστάσεων και παραφιλογίας που σε ένα πρώτο επίπεδο προσφέρει μια εσωκινηματογραφική τέρψη. Ο Ταραντίνο οδηγεί την κινηματογραφική ετεροαναφορικότητα στα λογικά της όρια, οι ήρωες του ζούνε και πεθαίνουν σε ένα κοινωνικό κενό ωσάν να μην υπήρχει άλλη πραγματικότητα πέρα της φιλμικής. Η γλαφυρότητα της γραφής παρασύρει τον θεατή σε αυτό το παιχνίδι όπου παύει να αντιλαμβάνεται τους ήρωες ως ανθρώπινους χαρακτήρες, θεωρώντας τους αντιθέτως ως σελιλόιντ φιγούρες των οποίων η κατάληξη είναι μέρος ενός παιχνιδιού και δεν προϋποθέτει ουδεμία συναισθηματική επένδυση. Είναι χαρακτηριστικό πόσο αδιάφορα αντιδρά ο θεατής στον αιφνίδιο θάνατο του χαρακτήρα του Τζον Τραβόλτα. Έχοντας υποβιβαστεί από πρωταγωνιστή της πρώτης ιστορίας σε κομπάρσο μιας εκ των επομένων, ο χαμός του δεν προξενεί ουδεμία αίσθηση καθότι η ύπαρξή του είναι καθαρά φιλμική και προσδιορίζεται αποκλειστικά από την αφηγηματική της βαρύτητα.

Με το Jackie Brown o Tarantino προσπαθεί να δώσει χαρακτήρες που να υπερβαίνουν την μετανεωτερική τους φιλμική υπόσταση. Σε κάποιο βαθμό το επιτυγχάνει, δίνοντας την ωριμότερη και πιο συγκρατημένη ταινία του. Η ίντριγκα και οι καταστάσεις όμως παραμένουν υπερβολικά κατασκευασμένες με την ανέλιξη της αφήγησης να υπακούει περισσότερο σε μια σινεφιλική λογική (ένας πανύβλακας σαν τον De Niro σε μια ταινία του Scorsese θα είχε αποδημήσει εις Κύριον από την πρώτη σκηνή), υπονομεύοντας έτσι την πραγματική διάσταση της περιρρέουσας μελαγχολίας που μετατρέπεται εν τέλει σε μια στυλιστική εκζήτηση.

Το Kill Bill είναι ένα διασκεδαστικό καρτούν με άψογα ενσωματωμένες τις σκηνοθετικές του επιρροές. Αναμενόμενα, δεν υπάρχει κανένας σοβαρός προβληματισμός πάνω στην εκδίκηση (ο Lang προφανώς δεν αποτελεί επιρροή), παρά ένα μεταμοντέρνο παιχνίδι με ένα ανάλγαμα από στυλ δίχως υποψία άλλης διάστασης. Με το Death Proof , η ετεροαναφορικότητα προσεγγίζει τα όρια του αυτισμού δίνοντας μια παντελώς αδιάφορη και φλύαρη ταινία.

Ο Ταραντίνο είναι αναμφίβολα ο επιδραστικότερος σκηνοθέτης της γενιάς του. Η γραφή του είναι απείρως πιο συγκροτημένη και επεξεργασμένη από αυτή των τυχάρπαστων μιμητών του (Rodriguez, Roth κ.α.) και ενίοτε τα φορμαλιστικά του παίγνια συναρπάζουν. Δεν αντιγράφει, μεταγράφει. Από άποψη προβληματισμού βρίσκεται όμως στον αντίποδα της γενιάς του 70. Ο υπαρξιακός ήρωας των 70s που αγωνίζεται να εξεύρει μια αρμονική ισορροπία μεταξύ εκείνου και του κοινωνικού περιγύρου έχει δώσει τη θέση του σε φιγούρες αποκλειστικά φιλμικών καταβολών που διαγωνίζονται σε ετοιμόλογες ατάκες. Η ειρωνεία και ο φθηνός κυνισμός έχουν εκτοπίσει την υπαρξιακή πάλη των ταινιών του Scorsese και του Coppola, ενώ απουσιάζει οποιαδήποτε σύσχέτιση με κάποια κοινωνικη πραγματικότητα. Στο κινηματογραφικό σύμπαν του Ταραντίνο όλα είναι δυνατά, η σκέψη βρίσκεται στην υπηρεσία της φόρμας και οι ταινίες του αποτελούν μια εκσυγχρονισμένη παραλλαγή του καθαρά αποδραστικού κινηματογράφου.

(οι υπόλοιποι σκηνοθέτες θα ακολουθήσουν σε μελλοντική ανάρτηση)

8 σχόλια:

theachilles είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.
theachilles είπε...

Καλό κουράγιο Γιώργο στο ενδιαφέρον εγχείρημα που αναλαμβάνεις. Περιμένω να συμ-περιλάβεις όλες τις "πλευρές" αυτής της γενιάς, δηλαδή και ονόματα στα οποία αμφότεροι έχουμε ασκήσει δριμύτατη κριτική, ως αφορμή ίσως για γόνιμο διάλογο. Αφού εκφράσω το παράπονο του πνεύματος του Wise που νόμιζε ότι σε είχε για φίλο, να δηλώσω τη, σε γενικές γραμμές, συμφωνία μου για τα γραφόμενά σου ως προς τους Soderbergh και Tarantino, με τις ...απαραίτητες διαφοροποιήσεις ως προς τον δεύτερο.

Θυμάμαι πολύ καλά το The Killing (προσωπικό αγαπημένο του παράφρονα γενειοφόρου) και αυτό δεν μ'εμποδίζει καθόλου να εκτιμώ αφάνταστα το Reservoir Dogs. Είναι μια απολαυστική σινεφιλική άσκηση πάνω σε ένα συγκεκριμένο sub-genre, τα λεγόμενα heist movies. Ο Tarantino προωθεί τη δράση μέσα από (εξαιρετικούς) διαλόγους, χωρίς όμως να μειώνει τη σημασία της εικόνας (η κάμερα αιχμαλωτίζει στην αρχική σκηνή του πρωινού, αλλά και στον τρόπο που διαχειρίζεται τον περιορισμένο χώρο ενός γκαράζ). Το κυριότερο όμως είναι ότι το RD συντίθεται σχεδόν αποκλειστικά από τα πριν και τα μετά των όσων βλέπουμε συνήθως σ'ένα heist movie. Δεν ξέρω αν διεκδικεί δάφνες πρωτοτυπίας, σίγουρα όμως είναι γεμάτο φρεσκάδα - κάτι που χρειαζόταν το αμερικανικό σινεμά που έμοιαζε το 1992 κουρασμένο.

Για το Pulp Fiction διαφωνώ ως προς το σοκ του θανάτου του Travolta (το "έδωσες" στεγνά, κυνικέ Μπουκάτσα), καθώς για μένα ήταν πολύ μεγάλο, όπως και για πολλούς θεατές απ' όσο καταλαβαίνω. Ίσως είναι ενα σοκ πρωτίστως φορμαλιστικό, ωστόσο η επανεμφάνιση του Travolta είναι ένα αφηγηματικό επίτευγμα πάνω στη δυναμική της χρονικής έκτασης που αναμφίβολα εντυπωσιάζει. Οι προεκτάσεις πολλές - όχι πρωτότυπες, η κινηματογραφική αυτοσυνειδητοποίηση είχε γίνει στη Γαλλία τριάντα χρόνια πριν, ωστόσο δείχνει την άνεση με την οποία ένας δημιουργός περιπλανιέται στα χωράφια της λογοτεχνικής αφήγησης και του κινηματογραφικού παρελθόντος, δίνοντας ένα αποτέλεσμα που σφύζει από ζωντάνια.

Γνωρίζοντας τις αρνητικές σου απόψεις πάνω στον μεταμοντερνισμό, αντιλαμβάνομαι την προφανή σου διαφωνία με τα εγγενή χαρακτηριστικά του ταραντινικού φιλμικού σύμπαντος. Π.χ το Kill Bill παρακολουθεί τη φόρμα της εκδίκησης, τη "διαδικασία" αντλώντας από την αστείρευτη πηγή του σινεμά που ουκ ολίγες φορές ασχολήθηκε με αυτό το θέμα. Όσον αφορά το σχόλιό σου περί προβληματισμού πάνω στην εκδίκηση, σκέφτομαι το The Big Heat του Lang τον οποίο αναφέρεις. Χωρίς προφανώς να μειώνω την τεράστια αξία του, η οποία έγκειται κατ'εμέ σε άλλα σημεία, θυμάσαι πόση "εύκολη" ηθική το διαπότιζε; (αναπόφευκτη σίγουρα για τα studio της εποχής).

mpoukatsas είπε...

Πολύ ενδιαφέροντα τα όσα έθεσες στο περιεκτικότατο σχόλιό σου φίλε μου.
Ας τα πάρουμε με τη σειρά:

-Σκοπεύω να συμπεριλάβω όσους το έργο τους επιτρέπει, τουλάχιστον εκ μέρους μου, μια κάποιας μορφής διερεύνηση. Αναπόφευκτα λοιπόν θα αποκλειστούν ονόματα του βεληνεκούς των αφών Farrelly & Wachowski, του Michael Bay και άλλων προικισμένων καταστροφέων του σελιλόιντ.

-Η τεράστια απόσταση που χωρίζει το Killing με το Reservoir Dogs για μένα έγκειται στη χρήση της φόρμας ως φορέα νοήματος. Εκεί που ο Kubrick αντιδιαστέλλει την οργανωτική τελειότητα με την ανθρώπινη «ατέλεια», ο Tarantino αρκείται σε α-νόητες φλυαρίες κάποιων μονοδιάστατων τύπων που αλληλοεξοντώνονται σε μια αποθήκη με εφετζίδικες, όσο και ανερμάτιστες, σκηνές καταχρηστικής βίας.

-Περί Pulp Fiction, προφανώς δεν μπορώ να αμφισβητήσω την αντίδραση σου για τον θάνατο του Τραβόλτα. Για μένα, όμως, ήταν ενα φορμαλιστικό τέχνασμα και το γεγονός ότι επανεμφανίζεται στο τέλος, απαλύνοντας όποιους θεατές είχαν ταραχτεί από τον ξαφνικό χαμό του, μου εντείνει την εντύπωση ότι ο Ταραντίνο απλά παίζει με τους κινηματογραφικούς κώδικες όπως ένα παιδί παίζει με τα lego του.

- Αναλόγως ανταπαντώ και για την περίπτωση του Kill Bill. Για μένα δεν αποτελεί επαρκή λόγο καλλιτεχνικής δημιουργίας μια διαρκής ετεροαναφορικότητα μέσω μιας στυλιστικής εκζήτησης. Υπήρξαν πολλοί στυλίστες (Resnais, Godard, Rivette, Τechigahara κ.α.),που στις καλύτερες τους στιγμές, η φόρμα ήταν πάντα στην υπηρεσία κάποιου νοήματος, δεν δημιουργούσαν πάνω σε ένα φιλοσοφικό ή ηθικό κενό. Ίσως είμαι εντελώς άλλης σχολής, αλλά δυσκολεύομαι να δεχτώ αβίαστα μία σκηνή σαν αυτή του Kill Bill όπου σκοτώνονται καμιά εκατοστή άτομα σαν κατσαρίδες για αισθητική τέρψη των θεατών. Η άκριτη απαξίωση της ανθρώπινης ζωής, όσο «φορμαλιστικά» και να δίνεται, δεν μπορεί να συγκροτήσει για μένα σημαίνον έργο τέχνης.

Στο Big Heat υπάρχει στιβαρός ηθικός πυρήνας, καθόλου ηθικοπλαστικός όμως. Ο Lang υπονομεύει το αυτοδίκαιο του ήρωά του, παρουσιάζοντας τις συνέπειες των ενεργειών του και την ακαμψία του ηθικού του κώδικα. Ο Lang ήταν ένας από τους πιο ανατρεπτικούς μοραλιστές σκηνοθέτες εκεί που ο Tarantino φαντάζει τίποτα παραπάνω από ένας παιχνιδιάρης μηδενιστής.

theachilles είπε...

Ίσως ξεφεύγουμε λίγο, αλλά σε ποια ακαμψία αναφέρεσαι; Ο ήρωας του Lang στο τέλος δε σκοτώνει (για να υπάρξει σαφής διάκριση ανάμεσα στον ήρωα και τους κακούς), αλλά παραδίδει τους υπεύθυνους στη δικαιοσύνη σε ένα λυτρωτικό για την κοινωνία φινάλε. Επαναλαμβάνω, δεν μειώνω την αξία του πολύ καλού Big Heat, απλώς απαντώ στο προκείμενο ζήτημα.

Μα ακριβώς προκειμένου να μην τεθεί τέτοιο ηθικό ζήτημα στη σκηνή που αναφέρεις από το Kill Bill, ο Tarantino ξεκαθαρίζει με χίλιους δυο τρόπους ότι το σύμπαν στο οποίο εκτυλίσσεται το φιλμ είναι τεχνητό, μυθοπλαστικό. Είσαι υπερβολικός όταν θέτεις θέμα απαξίωσης της ανθρώπινης ζωής.

mpoukatsas είπε...

Στο Big Heat, η υπονόμευση της «ηθικότητας» του κεντρικού ήρωα γίνεται μέσω της παρουσίασης των σχέσεών του με δύο γυναίκες. Ο Bannion κατά τη διάρκεια της ταινίας εξαιτίας της μονομανίας του γίνεται υπαίτιος για τον θάνατο της Lucy Chapman ("just another B-girl"- παράπλευρη απώλεια σύμφωνα με την μπουρζουαζίδικη μικροηθική του) και της Debbie (Gloria Graham), την οποία ουσιαστικά την εξωθεί να πράξει μια ενέργεια που παραήταν «ανήθικη» να την κάνει ο ίδιος, εκμεταλλευόμενος τα συναισθήματα που εκείνη τρέφει γι' αυτόν. Η ταινία είναι γεμάτη subtext, πράγμα ασυνήθιστο σήμερα που η αμφισημία είναι είδος εν ανεπαρκεία.

Για το πόσο «αθώα» είναι μια υπερστυλιζαρισμένη σφαγή 100+ ατόμων, σου απαντώ μπαζενικά περί του αναπόδραστου «ρεαλιστικού καταλοίπου» της εικόνας. Προφανώς η βία του Kill Bill δεν έχει το αντίκτυπο της βίας του Henry, A portrait of a serial killer, ούτε όμως είναι εντελώς ανώδυνη και εξωπραγματική. Άμα ήταν έτσι, ο Ταραντίνο θα μπορούσε να είχε εξοντώσει, αντί για στίφη από γιαπωνεζάκια, παραμορφωμένα orc ή υπερσύγχρονα ρομπότ. Δεν το έκανε γιατί προφανώς γνωρίζει τη διαφορά και τον αντίκτυπο στο θεατή.
Εν κατακλείδι, δεν με ενοχλεί τόσο η επιλογή του καθεαυτή, αλλά η έλλειψη προβληματισμού (έμμεσου ή άμεσου) πάνω στις ηθικές συνέπειες μια τέτοιας επιλογής.

costello είπε...

Πάρα πολύ ενδιαφέρουσα και καλή προσπάθεια σκιαγράφησης του κινηματογραφικού μπακγκράουντ των '90s.

Περιμένω ανάρτηση για Νόλαν και Μέντες ;)

theachilles είπε...

Γιώργο,
ακριβώς για να μην παραβεί την αόρατη "κόκκινη γραμμή" που η ηθική της εποχής επέβαλλε,ο Bannion δεν συνάπτει ερωτική σχέση με την Debbie. Και το φινάλε παραείναι λυτρωτικό, η η ηρωίδα της Grahame είναι μια outsider από αυτές που χαρακτηρίζουμε ως "χαμένες από χέρι".

Με άλλα λόγια, απορρίπτεις το Kill Bill ως ανήθικο. Προσωπικά, προτιμώ να σταθώ στην (υψηλή) κινηματογραφική αισθητική του.

mpoukatsas είπε...

Φίλε costello, ευχαριστώ. Να'σαι σίγουρος ότι δεν θα μου την γλυτώσουν οι λεγάμενοι.

Μαν, το διαβάζουμε αντίθετα το Big Heat. Για μένα ο Lang προβάλλοντας το ανθρώπινο κόστος της «κυρίαρχης ηθικής», την ξεμπροστιάζει απερέγκλιτα. Για μένα το φινάλε κάθε άλλο παρά λυτρωτικό είναι, όσο και αν δίνει αυτή την εντύπωση...