Αρχικά ξεκίνησε ως χώρος για "Αταξινόμητες σκέψεις για διάφορα επίκαιρα και μη ζήτηματα" για να καταλήξει τελικά σε cine-blog του οποίου όλα τα post, πρόσφατα και μη, είναι διαρκώς ανοιχτά και δεκτικά σχολίων. Be my guest!

14/12/09

The Limits of Control

(The Limits of Control, Σκην. Jim Jarmush, 2009)
Η γνώριμα ελλειπτική και μινιμαλιστική αφήγηση του Jarmush εξωθείται πέρα των ορίων του αφηγηματικού κινηματογράφου στην τελευταία του ταινία. Η πλοκή έχει ως μοναδικό άξονα την πορεία του ήρωα προς την επίτευξη κάποιου απροσδιόριστου στόχου, οι καταστάσεις που συναντάει στο διάβα του επαναλαμβάνονται αλληλοσυμπληρώμενες σάν μέρη μιας μινιμαλιστικής παρτιτούρας, ενώ η χαρακτηρολογία δεν υπερβαίνει την σημειακότητα. Ο Jarmush προκαλεί τον θεατή να τον ακολουθήσει σε αυτό το ταξίδι έχοντας σαν μοναδικό θέλγητρο την ξεχωριστή του δημιουργική ιδιοσυγκρασία και την υφολογική του μοναδικότητα. Είναι, όμως, κάτι τέτοιο αρκετό;

Κάποιος που αναζητεί σε μια ταινία στοιχεία πέραν της καλλιτεχνικής ιδιοσυγκρασίας του δημιουργού της όπως την αποκρυστάλλωση κάποιου νοήματος πηγάζοντος από την αλληλουχία «σχέσεων εικόνων» και όχι από μια απλή συνειρμική εκφορά αυτών, θα απογοητευτεί σφόδρα από την ισχνότητα του νοηματικού πυρήνα του υλικού του Jarmush. Το ψήγματα ευρύτερου νοήματος που θα μπορούσε κανείς να εντοπίσει στην ταινία μπορεί μεν να οδηγούν σε κάποια γενικόλογη ερμηνεία του τύπου  «ο αγώνας του καλλιτέχνη έναντι στις σκοτεινές δυνάμεις του διεθνοποιημένου καπιταλισμού που επιβουλεύονται την ελευθερία της έκφρασης του και στοχεύουν στον έλεγχο της ζωής του», όμως κάτι τέτοιο  συντελείται ερήμην δραματουργικής συγκρότησης και συνοχής. Η ανυπαρξία δραματουργικού ειρμού οδηγεί στην prêt à porter κυριαρχία των συνειρμών και των αυθαιρέτων γενικεύσεων, σε μια «όλα επιτρέπονται» αφήγηματικότητα όπου το τέλος αποτελεί περισσότερο μια χρονική σύμβαση παρά μια νοηματική ολοκλήρωση.

Εκτός των πλαισίων της ετεροαναφορικότητας (Point Blank του John Boorman και Le Samurai του Jean-Pierre Melville, αμφότερες πληρέστερες ταινίες) και της δημιουργικής αυτοαπορρόφησης, στοιχεία που πολλοί θαυμαστές του σκηνοθέτη είναι πλέον πρόθυμοι να τα αποδεχτούν, η ταινία αδυνατεί να λειτουργήσει. Θυμίζει περισσότερο μια συρραφή συναντήσεων (όπως το Coffee and Cigarettes, μόνο που αυτό ήταν δομημένο αντίστοιχα) και περιηγήσεων σε τοπία που χαρακτηρίζονται από την ανθρώπινη απουσία (όπως όλες οι ταινίες του σκηνοθέτη). Διάσημοι ηθοποιοί έρχονται, κάνουν το σκετσάκι τους, και απέρχονται, σκηνές που υπάρχουν μόνο για να δείχνουν cool (όπως αυτή της γυμνής γυναίκας που κοιμάται δίχως να βγάλει τα πελώρια γουντιαλενικά γυαλιά της -σκηνή που αν υπήρχε σε ταινία του Spielberg ή του Zemeckis ελλέιψει art-house ελαφρυντικών θα είχε προκαλέσει τη θυμηδία), ο ήρωας κάνει διαρκώς ατάραχος tai chi θυμίζοντας τον νεφελώδη μυστικισμό που αρκετές φορές διαπερνά το έργο του Jarmush και πολλά άλλα που φανερώνουν τις παγίδες της ανεξέλεγκτα ιδιοσυγκρασιακής σκηνοθεσίας. Έξοχη μολαταύτα η δουλειά του σπουδαίου φωτογράφου Christopher Doyle.

5 σχόλια:

kioy είπε...

καλησπέρα φίλε μου:

"σε μια «όλα επιτρέπονται» αφήγηματικότητα όπου το τέλος αποτελεί περισσότερο μια χρονική σύμβαση παρά μια νοηματική ολοκλήρωση."

Μα όλη η ταινία, δια της υπερλαλημένης υποκειμενικότητας, πατάει σε αυτήν την σκόπιμα αφηγηματική πολυσημία. Άλλωστε και το λευκό, το αχαροτγράφητο του τελευταίου πίνακα, συνηγορεί πρς αυτήν της σκοπίμως επιλεγμένη τροχιά του Jarmusch!

mpoukatsas είπε...

Ευχαριστώ για την παρέμβαση φίλε kioy.

Δεν υπάρχει διαφωνία στην διαπίστωσή μας, η ένστασή μου έγκειται στο ότι δεν βρίσκω την μονοκαθεδρία της απόλυτης υποκειμενικότητας ως κάτι κατ' ανάγκη θετικό ή απαραίτητα δημιουργικά γόνιμο. Ας πάρουμε για παράδειγμα τον λευκό πίνακα του τέλους, όπως ανέφερες . Η θέαση ενός τέτοιου πίνακα μπορεί να προκαλέσει μια απειρία συνειρμών και σκέψεων στον επισκέπτη του μουσείου, σκέψεις που μπορεί να προϋπήρχαν στο μυαλό του και αναδύθηκαν στην επιφάνεια μέσω αυτού του ερεθίσματος. Μπορεί όμως να μην προκαλέσει και τίποτα, καθώς πολλοί επισκέπτες θα δουν κάτι που το βρίσκουν και στο σπίτι τους και το οποίο δεν εμπεριέχει μια κάποια μορφοποίηση νοήματος. Υποκειμενικά και οι δύο πλευρές έχουν δίκιο (δεν θα μπορούσε εξάλλου να γινόταν διαφορετικά). Το ζήτημα από την δική μου πλευρά είναι το εξής: Κατά πόσο ένας λευκός πίνακας (και κατ' επέκταση η ταινία) προξενεί στον θεατή καινοφανή ερεθίσματα; Μήπως απλά συνδράμει στην εξ' αποστάσεως ενεργοποίηση των ήδη υπαρχόντων; Θα μπορούσε να υπάρξει αυτό που εννοούμε ως Τέχνη αν όλα τα έργα είχαν ανάλογη λειτουργία με αυτή του λευκού πίνακα;

Επιστρέφοντας στην ταινία, έγραψα την παρακάτω ερμηνεία:

«ο αγώνας του καλλιτέχνη έναντι στις σκοτεινές δυνάμεις του διεθνοποιημένου καπιταλισμού που επιβουλεύονται την ελευθερία της έκφρασης του και στοχεύουν στον έλεγχο της ζωής του»

Αυτή η ερμηνεία είναι αυθαίρετη. Κάποιος μπορεί να παρατηρήσει ότι το πραγματικό control freak της ταινίας ήταν ο ήρωας και όχι ο χαρακτήρας του Bill Murray. Ο ήρωας είναι ανίκανος να εκφράσει μια οποιαδήποτε άποψη πάνω σε οτιδήποτε (μουσική, σινεμά, επιστήμη, ιστορία, ναρκωτικά) και απαθώς καταναλώνει espresso και πίνακες ζωγραφικής. Υπάρχει πιστεύω μια σημαντική διαφορά ανάμεσα σε μια ανοιχτή σε ερμηνείες ταινία, κάτι που είναι πάντα ευκταίο και καλοδεχούμενο, από μια ταινία που επιδέχεται οποιαδήποτε ερμηνεία.
Εκεί είναι και το βασικό μου θέμα με την ταινία του Τζάρμους που, για να μην παρεξηγούμαι, μου αρέσει σε κάποιο βαθμό (ίσως όχι όλες τις ημέρες της εβδομάδας!)

kioy είπε...

"Υπάρχει πιστεύω μια σημαντική διαφορά ανάμεσα σε μια ανοιχτή σε ερμηνείες ταινία, κάτι που είναι πάντα ευκταίο και καλοδεχούμενο, από μια ταινία που επιδέχεται οποιαδήποτε ερμηνεία."

Αυτή σου η παράγραφο νομίζω είναι το κλειδί για προβληματισμό. Διαρκή. Αλλά πάλι σε υποκειμενικό προβληματισμό δεν καταλήγουμε; Απαντώντας σύμφωνα με το χρώμα της επαλήθευσης ή της διάψευσης στο μέτρο της ιδιοσύστασης μας. Άρα μάταιο;

Για μένα πάντως η ταινία και στο (πολλές φορές άχαρο) διανοητικό κομμάτι ολοκληρώνεται. Προσωπικά είδα την ιστορία να λειτουργεί περισσότερο σε μια σφαίρα του υποσεινήδειτου και του φανταστικού. Στα μάτια μου, αφού μιλάμε υποκειμενικά, ο ήρωας δεν είναι ανίκανος να εκφράσει άποψη. Το ύφος συλλογής του(τοοπίμως και ανάποδα) για μένα αντιστοιχεί στην μη επιθυμία του ήρωα να χαρακώσει την "αλήθεια" του στις περιορισμένων δυνατοτήτων λέξεις. Αφού η "αλήθεια", οι σκέψεις μας, τα συναισθήματα μας κλπ, υπάρχουν και χωρίς να τα ορίσουμε και συνεπώς και χωρίς να τα εκφράσουμε. Νομίζω πως ο Jarmousch διδάσκει την καθολική χειραφέτηση από τις ιδεοληψίες, και τους περιορισμούς του ανθρώπινου μυαλού στην ταινία. Μιλώντας για την ματαιότητα, και την μικροπληγία της κλειστής διαδρομής. Ο καπιταλιστής Murray διαβάζεται (στη δική μου αντίληψη) ως το τελευταίο ιδεολογικό οχυρό που δεσμεύει τον ήρωα. Και η "φανταστική" δολοφονία του (δε γίνεται για εκδίκηση) σημασιοδοτεί το χρονικό της καθολικής χειραφέτησης. Αφόυ έτσι, ο ήρωας αποδεσμεύεται και από την τελευταία "εσωτερική" αποστολή του, και από τον τελευταίο ιδεολογικό προορισμό που τον κρατάει δέσμιο και τον καταναγκάζει να λειτουργεί σαν μαριονέττα εκπλήρωσης του. Οι αποστολές, οι προορισμοί δεν έχουν πια νόημα. Τερματίζονται. Πλέον μπορεί να επιτελεστεί ανεμπόδιστα η έξοδος από την πόρτα αυτής της αιτικοκρατικά (και συμφεροντολογικά) υπαγορευόμενης ζωής. Το ταξίδι εκκινεί δίχως στρεβλώσεις και περιορισμούς. Σε αυτό νομίζω συνηγορεί και ο διαρκής λόγος ματαίωσης του Jarmusch. Καυτηριάζοντας (που πάλι λειτουργεί και ανάποδα) όσους περνούν τον εαυτό τους για σπουδαίους. Δηλαδή όσους βρίσκουν κάποιο (ανώτερο) σκοπό στην ύπαρξη τους. Όπως καταλαβαίνεις, σε μια τέτοια ανάγνωση, ο λευκός πίνακας του τέλους δεν είναι απλά ένας στρουφοκαμιλισμός. Αλλά μια λειτουργική αποτίμηση μιας ολόκληρης κουλτούρας. Αυτής της ταινίας... (Με συγχωρείς για την ελειπή ικανότητα έκφρασης)

Αν και, θα συμφωνούμε φαντάζομαι, πως το ηχηρό κομμάτι της ταινίας είναι το αισθητικό!



Πιο πάνω έθεσες και ένα άλλο ερώτημα, αν θα μπορούσε να υπάρξει Τέχνη αν όλες οι ταινίες λειτουργούσαν όπως ο λευκός πίνακας. Η απάντηση είναι προφανώς αρνητική. Αλλά δεν την καθιστά αρνητική το πιθανόν δυσλειτουργικό του λευκού πίνακα, αλλά η λέξη "όλες". Νομίζω πως η Τέχνη δε θα μπορούσε να λειτουργήσει ασπάζοντας καθολικά μία και μόνο οδό. Όποια οδό και αν ήταν αυτή. νομίζω ότι το συνοθύλευμα και η πνευματική ελευθερία της επιτρέπει να κινεί την ανθρωπότητα ανεξαρτήτων αέρων στα πανιά της.

Καλό βράδυ!

mpoukatsas είπε...

Φίλε kioy ευχαριστώ πολύ για το περιεκτικό σχόλιό σου και ζητώ συγγνώμη για την καθυστερημένη απάντησή μου.

Περί υποκειμενικότητας στην τέχνη: Σαφώς και κάθε προβληματισμός πάνω σε ένα έργο τέχνης είναι υποκειμενικός και άρρηκτα συνδεδεμένος με την προσωπικότητα του κρίνοντος. Ακόμα και αν θεωρήσουμε ότι η αξιολόγηση ενός έργου Τέχνης εμπεριέχει τρία διακριτά στάδια, το περιγραφικό κομμάτι, το ερμηνευτικό, και εν τέλει το αξιολογικό, είναι αρκετές φορές δύσκολο να επιτευχθεί συμφωνία ακόμη και στο πρώτο στάδιο, εκείνο της περιγραφής. Η απουσία όμως κανονιστικών αισθητικών αρχών με αξιώσεις καθολικότητας δεν συνεπάγεται αυτόματα την ισοδυναμία των αισθητικών κρίσεων. Μπορεί να μην υπάρχουν απόλυτα κριτήρια, όμως παράμετροι συναφείς με την ποιότητα της επιχειρηματολογίας, την λογική συνεκτικότητα της και την διατύπωση μη προφανών συλλογισμών, δίνουν μια κάποια βαρύτητα στην εκάστοτε κρίση. Διαφορετικά οι συλλογισμοί θα ήταν καταδικασμένοι και περιχαρακωμένοι στην μονολεκτικότητα (ή στην αριθμητική ποσοτικοποίηση).

Ενδιαφέρουσα η ερμηνεία που δίνεις στην ταινία. Δεν συμφωνώ ότι οι χαρακτήρες που συναντά ο ήρωας στην πορεία του εκπροσωπούν περιχαρακωμένα ιδανικά, τους εξέλαβα περισσότερο ως εκφραστές συγκεκριμένων αξιών που βρίσκονται υπό διωγμό από καπιταλιστές τύπου Murray (βλ. απαγωγή της Tilda Swindon). Αλλά και πάλι, είναι τόσο λειψά τα στοιχεία που αφήνει ο Jarmush όπου όλα είναι ανοιχτά. Χαίρομαι πάντως που η ταινία σε ώθησε σε μια πρωτότυπη ερμηνεία. Αυτό από μόνο του αποτελεί δικαίωση του παράδοξου εγχειρήματος του Jarmush.

zubizabata είπε...

Μιας και συνεχίζεις να είσαι άσχετος, είναι αλήθεια ότι είσαι Ελλάδα;